Σελίδες

ΣΥΝΑΞΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ Ι.Ν. ΑΓΙΟΥ ΤΡΥΦΩΝΑ ΚΑΜΑΤΕΡΟΥ

Με την βοήθεια της τεχνολογίας, οι συναντήσεις μας πλέον θα κρατάνε όλη την εβδομάδα!!!

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

29. Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ: ΠΩΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΥ ΝΗΦΑΛΙΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΟΡΥΒΟ

 
 
Επειδή η 2η και 3η ομιλία του αφιερώματος στην εορτή των Χριστουγέννων είναι στην ουσία μία η οποία χωρίστηκε σε δύο λόγω της έκτασής της, τις παραθέτω μαζί.
 
 

 
 

  
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
 
Καθώς πλησιάζουν οι γιορτές, η ζωή μας γεμίζει εξωτερική κίνηση: προετοιμασίες, τραπέζια, συναντήσεις, ψώνια, δουλειές που «πρέπει» να γίνουν. Το σπίτι, οι δρόμοι, η πόλη φωτίζονται και ζωντανεύουν, αλλά μέσα στον άνθρωπο δεν συμβαίνει πάντα το ίδιο. Μέσα σε αυτό το κλίμα, πολλοί νιώθουν μια βαθιά εσωτερική κούραση, σύγχυση και δυσκολία να σταθούν ήσυχοι και ειρηνικοί μέσα τους· μια πίεση που δεν είναι μόνο σωματική, αλλά κυρίως εσωτερική. 
 
Όσο πιο «γιορτινή» γίνεται η ατμόσφαιρα, τόσο περισσότερο ο άνθρωπος αισθάνεται διασπασμένος. Ο νους τρέχει σε χίλια πράγματα, η καρδιά σκορπίζεται, η εσωτερική ησυχία χάνεται. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έχουν περιγράψει αυτή την κατάσταση ως είσοδο στον «αόρατο πόλεμο» του νου και της καρδιάς. Δεν φταίνε οι ίδιες οι γιορτές, αλλά η πολλή εξωτερική κίνηση, ο θόρυβος και ο καταιγισμός των εικόνων, που τραβούν τον άνθρωπο προς τα έξω και τον κάνουν να χάνει το εσωτερικό του κέντρο. 
 
Η νηπτική παράδοση επιμένει ότι ο άνθρωπος που θέλει να κρατήσει τον Θεό στην καρδιά του πρέπει να μάθει να προσέχει τον νου του. Να μη φοβηθεί τη χαρά και τις ανθρώπινες σχέσεις, αλλά να μην σκορπίσει μέσα σε αυτές. Ο νους μοιάζει με φως: όταν μένει συγκεντρωμένος, φωτίζει όλη την ύπαρξη· όταν διασκορπίζεται, σβήνει, και μαζί του χάνεται η μνήμη του Θεού και η ειρήνη της καρδιάς. Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό, αλλά πολύ πρακτικό: πώς μπορεί ο άνθρωπος να συμμετέχει χαρούμενα στις εορτές, να αγαπά και να δίνεται, χωρίς να χάνει την εσωτερική του ειρήνη και ησυχία; 
 

 

2. Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ 

Όταν οι Πατέρες μιλούν για «αόρατο πόλεμο», δεν εννοούν απλώς μια γενική ψυχική δυσφορία ή ένα άγχος των ημερών. Μιλούν για μια πραγματική μάχη που γίνεται στο βάθος της ύπαρξης, εκεί όπου ο νους καλείται να σταθεί μέσα στην καρδιά και να θυμάται τον Θεό. Είναι πόλεμος κρυφός, γιατί από έξω όλα μπορεί να φαίνονται ήσυχα και «κανονικά», αλλά μέσα μας κρίνεται ο προσανατολισμός της ύπαρξής μας: αν ο άνθρωπος θα στραφεί προς τον Θεό ή θα παρασυρθεί σε μια ζωή χωρίς μνήμη Θεού. 

 

Ο αόρατος πόλεμος εκδηλώνεται κυρίως ως αγώνας των λογισμών και της διάσπασης. Δεν είναι απλώς ότι περνούν πολλές σκέψεις από τον νου, αλλά ότι ο νους παύει να προσέχει, παύει να είναι νηφάλιος, και έτσι γίνεται εύκολη λεία για κάθε τι που τον τραβά μακριά από την προσευχή. Όταν ο νους φεύγει από την καρδιά, η καρδιά μένει αφύλακτη: μπαίνουν λογισμοί, βρίσκουν χώρο τα πάθη, χάνεται η ειρήνη και ο άνθρωπος βρίσκεται σε σύγχυση. Τότε δεν αισθανόμαστε την ενέργεια της Χάριτις του Θεού· όχι επειδή ο Θεός απομακρύνεται, αλλά επειδή εμείς με τον λάθος προσανατολισμό δε μπορούμε να Τον αισθανθούμε. 

 

Ιδιαίτερα στις γιορτές, ο αόρατος πόλεμος οξύνεται. Δεν φταίει η γιορτή η ίδια, αλλά ο θόρυβος, οι πολλές επαφές, οι εικόνες, οι μέριμνες, που πολλαπλασιάζονται. Ο άνθρωπος θέλει να χαρεί, να αγαπήσει, να συμμετέχει, αλλά ταυτόχρονα ζει επιφανειακά, τρέχει από πράγμα σε πράγμα χωρίς να προλαβαίνει να τα επεξεργαστεί όλα αυτά. Έτσι, μέσα στο εορταστικό κλίμα, ο νους χάνει τον δρόμο του, φεύγει από το "σπίτι του" που είναι η καρδιά, και η εσωτερική ησυχία χάνεται πίσω από έναν διαρκή εσωτερικό θόρυβο. 

 

Οι Πατέρες μιλούν για όλα αυτά όχι για να μας φοβίσουν, αλλά για να μας ξυπνήσουν. Δεν περιγράφουν τον πόλεμο για να μας γεμίσουν άγχος, αλλά για να μας δώσουν διάκριση και ελπίδα. Ο Θεός δεν λείπει από τον θόρυβο· εμείς είμαστε που λησμονούμε την παρουσία Του. Ο αόρατος πόλεμος γίνεται τότε πρόσκληση σε βαθύτερη ζωή: να μάθουμε να φυλάμε την καρδιά ανεξάρτητα από το τι γίνεται γύρω μας, να χαιρόμαστε χωρίς να διασκορπιζόμαστε, να συμμετέχουμε στις γιορτές χωρίς να χάνουμε την εσωτερική ειρήνη.

 

3. ΓΙΑΤΙ Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΗ 

Η περίοδος των Χριστουγέννων, όσο κι αν εξωτερικά φαίνεται φωτεινή και χαρούμενη, είναι εσωτερικά φορτισμένη. Ο άνθρωπος καλείται να διαχειριστεί μέσα σε λίγες μέρες πολλά περισσότερα από όσα αντέχει ο νους και η καρδιά: περισσότερες υποχρεώσεις, περισσότερες συναντήσεις, περισσότερες εικόνες και ήχους, περισσότερες προσδοκίες – δικές του και των άλλων. Έτσι, ενώ θεωρητικά «είναι μέρες χαράς», στην πράξη η ψυχή συχνά αισθάνεται σαν να πιέζεται από παντού, σαν να κινδυνεύει να χάσει το εσωτερικό της κέντρο, την ησυχία και τη μνήμη του Θεού. 

 

Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννιέται μια αντίφαση: ο άνθρωπος προσπαθεί να χαρεί, αλλά ταυτόχρονα κουράζεται. Θέλει να αναπαυθεί, αλλά φορτώνεται με περισσότερες δραστηριότητες. Περιμένει να νιώσει πληρότητα, αλλά πολλές φορές βγαίνει από τις γιορτές άδειος, σαν να πέρασαν όλα «από πάνω του» χωρίς να τον αγγίξουν βαθιά. Η εξωτερική λάμψη μπορεί να κρύβει μια εσωτερική φθορά, όταν ο νους δεν προλαβαίνει να σταθεί, να ησυχάσει, να στραφεί προς τα μέσα. Η χαρά τότε μετατρέπεται σε εξάντληση και το πολύ φως έξω θαμπώνει ή και σβήνει το εσωτερικό φως. 

 

Επιπλέον, οι γιορτές γίνονται και καθρέφτης της εσωτερικής μας κατάστασης. Φέρνουν στην επιφάνεια πληγές, απωθημένα, ανεκπλήρωτες σχέσεις, οικογενειακές εντάσεις. Εκεί που περιμένουμε να είναι όλα αρμονικά, αναδύονται μικρές ή μεγάλες συγκρούσεις. Η καρδιά, πιο ευάλωτη αυτές τις μέρες, αισθάνεται άλλοτε χαρά κι άλλοτε πίκρα, άλλοτε εγγύτητα κι άλλοτε μοναξιά. Όλα αυτά κάνουν την περίοδο πνευματικά απαιτητική: δεν δοκιμάζεται μόνο η αντοχή μας στις υποχρεώσεις, αλλά η ικανότητά μας να κρατήσουμε ζωντανή την εσωτερική σχέση με τον Χριστό μέσα σε συνθήκες πίεσης. 

 

Γι’ αυτό οι γιορτές δεν είναι απλώς μια «ανάπαυλα» από την καθημερινότητα, αλλά ένας ιδιαίτερος καιρός άσκησης. Είναι χρόνος χαράς, αλλά και εγρήγορσης. Δεν χρειάζεται να φοβηθούμε τη γιορτή, ούτε να αρνηθούμε τη χαρά και την ανθρώπινη επικοινωνία. Χρειάζεται όμως να ξέρουμε ότι μέσα σε αυτή την εξωστρέφεια κρύβεται η πνευματική πρόκληση να μη χαθεί ο Θεός μέσα στην πολλή κίνηση. Εδώ ακριβώς η νήψη γίνεται θεμέλιο της εορτής: όχι για να περιορίσει τη χαρά, αλλά για να τη στερεώσει, ώστε να γίνει βαθιά, ειρηνική και αληθινή. 

 

4. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΝΗΨΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ 

Η νήψη, στην πατερική παράδοση, δεν είναι κάποια τεχνική χαλάρωσης ούτε ένα ψυχολογικό σύστημα αυτοελέγχου. Είναι ένας τρόπος ζωής, μια εσωτερική στάση προσοχής, με την οποία ο άνθρωπος στρέφει τον νου στην καρδιά του. Είναι η τέχνη να βλέπεις τι γίνεται μέσα σου πριν αυτό σε παρασύρει. Γι’ αυτό οι Πατέρες την ονομάζουν «φύλαξη του νου»· μια εγρήγορση που βοηθά τον άνθρωπο να είναι ειρηνικός μέσα του και να τον κρατά σε σχέση με τον Θεό.

 

Στην ουσία, νήψη σημαίνει να παρατηρώ τον εσωτερικό μου κόσμο, να είμαι σε εγρήγορση. Να βλέπω τον λογισμό την ώρα που γεννιέται και να τον αναγνωρίζω: «Αυτό είναι φόβος… αυτό είναι υπερηφάνεια… αυτό είναι φαντασία… αυτό είναι σύγκριση… αυτό είναι κούραση». Όταν ο λογισμός αναγνωρίζεται, παύει να έχει την ίδια εξουσία πάνω μου. Δεν υποκύπτω σε αυτόν, δεν τον θεωρώ αυτόματα «δικό μου». Η νήψη δεν βάζει στόχο να εξαφανίσει όλους τους λογισμούς – αυτό δεν είναι ανθρώπινο – αλλά να μη παραδίδεται σ’ αυτούς. Ο λογισμός μοιάζει με επισκέπτη που χτυπά την πόρτα· η νήψη τον βλέπει, τον αναγνωρίζει, αλλά δεν του ανοίγει· δεν του παραδίδει την καρδιά. 

 

Ταυτόχρονα, η νήψη δεν είναι μόνο παρατήρηση, αλλά και επιστροφή. Κάθε φορά που ο νους φεύγει και διασκορπίζεται, η καρδιά τον καλεί ήρεμα: «Έλα πάλι εδώ, μη φεύγεις». Αυτή η απλή, ταπεινή επιστροφή – χωρίς βία και χωρίς ενοχή – καθαρίζει σιγά σιγά την ψυχή από τη διασπορά. Όταν γίνεται καθημερινή συνήθεια, μέσα μας δημιουργείται ένας εσωτερικός χώρος σιωπής, μια μικρή «φάτνη» όπου μπορεί να γεννηθεί ο Χριστός. Έτσι, ο άνθρωπος αρχίζει να αποκτά σταθερό εσωτερικό κέντρο, έναν τόπο ησυχίας που δεν ταράζεται εύκολα από όσα συμβαίνουν γύρω του. 

 

Μέσα σε αυτό το πνεύμα, η νήψη λειτουργεί στην πράξη με πολύ απλούς τρόπους: με μια μικρή παύση πριν μιλήσω,  να σκεφτώ λίγο πριν αντιδράσω, με μια σύντομη επίκληση «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» μέσα στον θόρυβο της ημέρας. Δεν χρειάζεται πολλή ώρα· χρειάζεται προσοχή. Μπορεί να γίνει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, σαν μια μικρή εσωτερική στροφή προς τον Θεό. Τότε ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει μέσα στον θόρυβο κρατώντας ήσυχη τη καρδιά του · να δέχεται χιλιάδες ερεθίσματα, αλλά να μην αφήνει όλα να μπαίνουν στην καρδιά του. Η νήψη γίνεται μια διακριτική ασπίδα που προστατεύει τον νου από την διασπορά που τον κουράζει και κρατά ζωντανή τη μνήμη της παρουσίας του Χριστού. 

 

5. ΝΗΨΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ — ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ 

Η νήψη στην καθημερινότητα των γιορτών δεν είναι κάτι επιπλέον που πρέπει να προσθέσουμε σε ένα ήδη φορτωμένο πρόγραμμα, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος να ζούμε αυτά που ούτως ή άλλως θα ζήσουμε. Οι γιορτές μάς τραβούν προς τα έξω, αυξάνουν τον ρυθμό, μας βάζουν σε συνεχή κίνηση. Αυτή η κίνηση δεν είναι κακή· είναι απλώς η πραγματικότητα της ζωής. Εκεί όμως φαίνεται αν η καρδιά θα χαθεί ή θα σταθεί. Η νήψη γίνεται τότε το βλέμμα που κοιτάει προς τα μέσα, ενώ το σώμα κινείται προς τα έξω. 

 

Στην πράξη, η νήψη αρχίζει με μια πολύ μικρή κίνηση: μια εσωτερική παύση. Ένα δευτερόλεπτο πριν μιλήσω, πριν μπω σε ένα σπίτι, πριν απαντήσω σε ένα μήνυμα, πριν καθίσω σε ένα οικογενειακό τραπέζι, πριν αντιδράσω σε μια κουβέντα. Σε αυτή τη μικρή παύση, η καρδιά στρέφεται διακριτικά στον Θεό: «Κύριε, βοήθησέ με!». Αυτή η μικρή επίκληση, που δεν φαίνεται σε κανέναν, μαλακώνει τον νου, τον επιστρέφει από τον μηχανικό τρόπο ζωής και τον ξυπνά. Δεν λύνει όλα τα προβλήματα, αλλά μας προφυλάσσει από το να ζούμε στον αυτόματο, χωρίς συναίσθηση του τι κάνουμε και τι λέμε. 

 

Η νήψη εκφράζεται επίσης με μικρές, πολύ απλές κινήσεις μέσα στην ημέρα: ένα σύντομο «Κύριε ελέησον» την ώρα που περπατάμε στον δρόμο ή οδηγούμε, ένα «δόξα τω Θεώ» πριν και μετά το τραπέζι, λίγα λεπτά σιωπής στο δωμάτιο πριν βγούμε ή αφού επιστρέψουμε από μια συνάντηση. Δεν είναι μεγάλοι ασκητικοί άθλοι, αλλά μικρές «ανάσες» της ψυχής. Αν γίνουν συνήθεια, δημιουργούν σιγά σιγά μέσα μας έναν μόνιμο χώρο ηρεμίας, όπου ο νους επιστρέφει αυθόρμητα, ακόμη κι όταν έξω υπάρχει θόρυβος. 

 

Μέσα από αυτή την καθημερινή άσκηση, η νήψη παύει να είναι θεωρία και γίνεται πρακτικός τρόπος ζωής. Δεν μας απομακρύνει από τους ανθρώπους, αλλά μας βοηθά να είμαστε πιο παρόντες κοντά τους, λιγότερο νευρικοί, πιο ήρεμοι, πιο προσεκτικοί στον λόγο και στη στάση μας. Μας μαθαίνει να χαμογελάμε από αγάπη και όχι από υποχρέωση, να αναπνέουμε πριν απαντήσουμε, να κρατάμε μια μικρή σιωπή μέσα στην πολυκοσμία. Αυτή η σιωπή δεν είναι κενό· είναι η παρουσία του Θεού στην καρδιά. Και τότε οι γιορτές δεν μας κατακλύζουν ούτε μας εξαντλούν, αλλά γίνονται σχολείο νήψεως, ευκαιρία να μάθουμε να ζούμε με Χριστό μέσα στο κέντρο της καθημερινής μας κίνησης. 

 

6. Η ΕΟΡΤΗ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ — ΗΣΥΧΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΘΟΡΥΒΟ 

Η εορτή, στην νηπτική παράδοση, δεν είναι απλώς μια ευχάριστη διακοπή από την καθημερινότητα, αλλά ευκαιρία βαθιάς θεραπείας του νου. Η μεγαλύτερη παρεξήγηση είναι ότι η πνευματική ζωή απαιτεί εξωτερική σιωπή και απομόνωση. Οι Πατέρες όμως μιλούν για κάτι πολύ ουσιαστικότερο: η ησυχία δεν είναι τόπος αλλά τρόπος. Δεν χρειάζεται να βρίσκομαι σε μοναστήρι για να βρω τον Θεό· μπορώ να Τον συναντήσω μέσα στην καρδιά μου, ακόμη και όταν γύρω μου επικρατεί θόρυβος, πολλή κίνηση, οικογενειακά τραπέζια και εορταστική "φασαρία". 

 

Κλειδί σε αυτή τη θεραπεία είναι το πού κατοικεί ο νους. Αν ο νους ζει διαρκώς στις εικόνες, στις εντυπώσεις, στα εξωτερικά γεγονότα, τότε κουράζεται εύκολα, διαλύεται, χάνει τον προσανατολισμό του, ακόμη κι αν το περιβάλλον είναι σχετικά ήσυχο. Αν όμως μάθει να επιστρέφει στην καρδιά, τότε μπορεί να ησυχάζει «όπου κι αν βρίσκεται», όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η περίοδος των γιορτών, με την ένταση και την εξωστρέφειά της, γίνεται έτσι καθρέφτης της εσωτερικής μας κατάστασης: φανερώνει πόσο διασκορπιζόμαστε, πόσο γρήγορα χάνουμε την εσωτερική μας ενότητα, πόσο επηρεαζόμαστε από κάθε τι γύρω μας. Αυτή η εμπειρία δεν είναι αποτυχία, αλλά αποκάλυψη της ανάγκης μας για έναν βαθύτερο τρόπο ζωής. 

 

Μέσα σε αυτή την προοπτική, η «ησυχία μέσα στον θόρυβο» δεν σημαίνει αποχή από τη ζωή ή εσωστρέφεια. Σημαίνει να μη ταυτίζομαι με ό,τι συμβαίνει γύρω μου, να υπάρχει μέσα μου ένας μικρός, σταθερός εσωτερικός χώρος όπου η καρδιά θυμάται: «Ο Χριστός είναι εδώ». Δεν πρόκειται για συνεχή προσευχή με λόγια, αλλά για σταθερή στάση προσευχής, για μια ήσυχη επίγνωση της παρουσίας του Θεού. Οι Πατέρες μιλούν για μια «λεπτή ειρήνη», μια ειρήνη που δεν ακυρώνει τον θόρυβο, αλλά ζει βαθύτερα από αυτόν, σαν έναν εσωτερικό ρυθμό που συνοδεύει τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται. Αυτή η ειρήνη είναι ήδη θεραπεία του νου. 

 

Η θεραπεία αυτή φαίνεται σε απλά, καθημερινά σημάδια: όταν δεν βιαζόμαστε να αντιδράσουμε, όταν αφήνουμε τον άλλον να ολοκληρώσει τον λόγο του, όταν ακούμε χωρίς να κρίνουμε και κατανοούμε χωρίς να φορτωνόμαστε τα πάντα. Όταν βλέπουμε χωρίς να παρασυρόμαστε, χαμογελάμε από αγάπη και όχι από κοινωνική υποχρέωση, αναπνέουμε μια στιγμή πριν ο λογισμός γίνει λόγος, νιώθουμε μια μικρή εσωτερική σιωπή μέσα στην πολυκοσμία. Αυτή η σιωπή είναι η παρουσία του Θεού, όχι φυγή από τους ανθρώπους, αλλά βαθύτερη αγάπη γι’ αυτούς. Τότε οι γιορτές, αντί να μας διαλύουν, γίνονται «εργαστήρια ησυχίας» και η χαρά τους παύει να είναι θόρυβος και γίνεται ειρήνη, με κέντρο τον Χριστό που γεννιέται μέσα στην καρδιά. 

 

7. ΠΩΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥ ΝΗΦΑΛΙΟ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ 

 

Α. ΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΕ ΕΝΤΑΣΗ 

 Οι οικογενειακές εντάσεις στις ημέρες των εορτών είναι από τα πιο συνηθισμένα αλλά και πιο λεπτά πεδία του «αόρατου πολέμου». Συμβαίνουν μέσα σε χώρο οικείο, ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπούμε, κι ακριβώς γι’ αυτό πονάνε περισσότερο. Η εορτή δημιουργεί μέσα μας μια ισχυρή προσδοκία: «να είναι όλα όμορφα, να είμαστε όλοι καλά, να μη χαλάσει τίποτε». Όταν κάτι πάει στραβά – ένα σχόλιο, μια καθυστέρηση, μια αδικία, μια παλιά πληγή που ξυπνά – η απογοήτευση γίνεται ακόμη πιο έντονη και ο νους σπεύδει να βρει «ποιος φταίει». 

 

Σε τέτοιες στιγμές, οι Πατέρες θα έλεγαν πως δεν αυξάνονται απλώς οι ώρες μαζί, αλλά οι αφορμές για λογισμούς. Μικρές κουβέντες, βλέμματα, παλιές ιστορίες, διαφορετικοί χαρακτήρες, η κούραση των ημερών· όλα γίνονται υλικό για εσωτερικό διάλογο: «πάλι τα ίδια», «ποτέ δεν με καταλαβαίνουν», «γιατί να μην το πει αλλιώς;». Όσο ο νους αφήνεται να γυρίζει γύρω από το «δίκιο» του, τόσο απομακρύνεται από την προσευχή και η καρδιά μένει αφύλακτη. Η ένταση τότε δεν είναι μόνο εξωτερική· γίνεται κυρίως εσωτερική, ένας διάλογος με τον λογισμό που κλείνει την καρδιά στον άλλον. 

 

Εκεί μπαίνει σε εφαρμογή η νήψη ως πολύ πρακτική στάση: να βάλουμε μια μικρή εσωτερική παύση πριν αντιδράσουμε. Όταν κάτι μέσα μας σηκώνεται – θυμός, πίκρα, αδικία – ο πρώτος κανόνας είναι: να μη μιλήσουμε αμέσως. Δέκα δευτερόλεπτα είναι αρκετά για να πάρουμε μια ήσυχη ανάσα, να κάνουμε μέσα μας τον σταυρό μας και να πούμε: «Συγχώρησέ με, Χριστέ μου». Όχι για να «καταπιούμε» την αλήθεια μας, αλλά για να μη μιλήσει η πληγωμένη καρδιά χωρίς φρένο. Αυτή η μικρή παύση δίνει χώρο στη Χάρη να μπει ανάμεσα στον λογισμό και στον λόγο, ανάμεσα στο πληγωμένο αίσθημα και στην αντίδραση. 

 

Η νήψη σε ένα τέτοιο τραπέζι εκφράζεται τελικά με πολύ απτά σημάδια: όταν επιλέγουμε να ακούσουμε χωρίς να απαντήσουμε αμέσως, όταν αφήνουμε κάποια σχόλια να περάσουν χωρίς να αντιδράσουμε, όταν θυμόμαστε ότι ο καθένας κουβαλά τη δική του κούραση και τη δική του ανάγκη για αγάπη. Η πιο λεπτή μορφή νήψεως είναι η ευσπλαχνία: να βλέπουμε τον άλλον όχι όπως φαίνεται εκείνη τη στιγμή, αλλά όπως τον βλέπει ο Θεός. Μπορεί οι άλλοι να μη αλλάξουν, μπορεί η ατμόσφαιρα να μη γίνει ιδανική· αλλά η καρδιά μας μπορεί να πλατυνθεί λίγο περισσότερο, να γίνει πιο ανεκτική, πιο ικανή να χωρέσει τον Χριστό και τους αδελφούς μαζί. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να μας χαρίσει ένα οικογενειακό τραπέζι με ένταση. 

 

Β. ΟΤΑΝ ΝΙΩΘΕΙΣ ΟΤΙ “ΠΝΙΓΕΣΑΙ” ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ 

Όταν νιώθεις ότι «πνίγεσαι» από τις υποχρεώσεις των ημερών, το πρώτο που χρειάζεται να θυμάσαι είναι πως δεν είσαι ο μόνος ούτε φταις απλώς επειδή κουράστηκες. Οι γιορτές πράγματι φέρνουν πολλές ανάγκες: πράγματα να ετοιμαστούν, ανθρώπους να φροντίσεις, λεπτομέρειες που πρέπει να σκεφτείς. Πίσω όμως από αυτό το φορτίο κρύβεται ένας πιο βαθύς πειρασμός, που οι Πατέρες ονομάζουν πολυμέριμνα: μια κατάσταση όπου ο νους διασπάται σε πολλά, δεν βρίσκει κέντρο, δεν μπορεί να σταθεί πουθενά. Τότε δεν χάνεται μόνο η σωματική δύναμη, αλλά κυρίως η εσωτερική ειρήνη· ο άνθρωπος ξεχνάει τον Θεό, η καρδιά σφίγγεται, και ο άνθρωπος μένει χωρίς προσευχή. 

 

Αυτό που πονά περισσότερο είναι ότι όλο αυτό μοιάζει «δίκαιο». Λες μέσα σου: «Έχω ευθύνες, πρέπει να τα προλάβω όλα, είναι γιορτές». Τα «πρέπει» όμως δεν είναι πάντοτε ευλογία. Δεν είναι όλες οι υποχρεώσεις καρπός αγάπης· μερικές φορές κρύβουν την ανάγκη μας να ελέγξουμε τα πάντα, να φαινόμαστε επαρκείς, να μη φανεί η αδυναμία μας. Έτσι, μέσα στη γιορτή γεννιέται η τελειομανία: τα θέλουμε όλα τέλεια, τακτοποιημένα, να μη λείψει τίποτα. Και τελικά λείπει το σπουδαιότερο: η ειρήνη. Ο άνθρωπος που κρατά όλα τα νήματα στα χέρια του κουράζεται όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην καρδιά· μπαίνει γογγυσμός, σκληρότητα, απότομος λόγος, κρίση. Δεν θέλει να φέρει ένταση, αλλά γίνεται ο ίδιος πηγή έντασης, γιατί το μέσα του έχει στενέψει. 

 

Η νηπτική στάση μέσα σε αυτή την πίεση είναι να αλλάξει το κριτήριο. Σημασία δεν έχει να γίνουν όλα «τέλεια», αλλά να μη χαθεί η ειρήνη της καρδιάς. Δεν χαλάει η γιορτή επειδή έλειψε ένα φαγητό από το τραπέζι· χαλάει όταν λείπει η εσωτερική ησυχία, όταν σκληραίνει η καρδιά και δεν μπορεί να αγαπήσει. Η ταπείνωση λέει: «Θα κάνω ό,τι μπορώ, με ειρήνη». Δεν σε πνίγει η ατέλεια, δεν σε καταβάλει η καθυστέρηση, δεν σε διαλύει η ενοχή αν κάτι δεν πρόλαβες. Αντί να κατηγορήσεις τον εαυτό σου ή τους άλλους, λες απλά «δόξα τω Θεώ» και ξαναρχίζεις. Η πνευματική ζωή δεν είναι αλυσίδα επιτυχιών, αλλά συνεχής κύκλος επιστροφής: πέφτεις και ξανασηκώνεσαι, φεύγεις και ξαναγυρνάς. 

 

Πρακτικά, αυτό σημαίνει να επιτρέπεις στον εαυτό σου μικρές «ανάσες» μέσα στη μέρα, όχι μόνο για ξεκούραση, αλλά για να θυμηθείς τον Θεό. Δυο λεπτά σιωπής μπροστά σε μια εικόνα, λίγοι στίχοι από το Ευαγγέλιο ή έναν ψαλμό, λίγοι κόμποι ευχής — κάτι μικρό που δεν τρέφει μόνο το μυαλό, αλλά κυρίως την καρδιά. Αυτός ο χρόνος είναι το οξυγόνο της ψυχής: χωρίς αυτόν, και οι καλές υποχρεώσεις γίνονται ασφυκτικές· με αυτόν, οι ίδιες δουλειές συνεχίζονται αλλά χωρίς ταραχή, με παρουσία και Χάρη. Τελικά δεν έχει σημασία να τα κάνεις όλα τέλεια· σημασία έχει να μη χαθεί ο Χριστός μέσα στο τρέξιμο, να μη σβήσει το φως της καρδιάς από τον θόρυβο της ημέρας. Κι αν στο τέλος της μέρας είσαι κουρασμένος, να είσαι κουρασμένος με ειρήνη, γιατί μέσα σου αναπαύεται Εκείνος. 

 

Γ. ΟΤΑΝ ΣΥΝΑΝΤΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΣΕ ΚΟΥΡΑΖΟΥΝ 

Όταν συναντάς ανθρώπους που σε κουράζουν, ο πόλεμος δεν φαίνεται τόσο στα λόγια όσο μέσα σου, στον νου και στην καρδιά. Ξεκινά συνήθως από έναν πολύ απλό λογισμό: «είναι βάρος», «είναι πρόβλημα», «μου χαλάει τη γιορτή». Αν αυτός ο λογισμός γίνει δεκτός, αρχίζει σιγά σιγά να σβήνει η αγάπη· η καρδιά κλείνει, ο άλλος παύει να είναι πρόσωπο και γίνεται «ενόχληση», και μαζί με την αγάπη χάνεται και η αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Οι Πατέρες τονίζουν ότι ο εχθρός δεν ξεκινά πρώτα από τις πράξεις, αλλά από τον λογισμό· η τέχνη του είναι να διασπά την αγάπη, να βάλει απόσταση στην καρδιά, ακόμη κι αν εξωτερικά κρατάμε τους τύπους. 

 

Η νηπτική στάση αρχίζει από το να καταλάβεις πως ο πόλεμος ξεκινά πριν ανοίξεις το στόμα σου. Δεν αρχίζει όταν ο άλλος μιλήσει, αλλά όταν εσύ δεχθείς τον πρώτο λογισμό χωρίς διάκριση. Γι’ αυτό ο πρώτος κανόνας είναι να μη βιαστείς να εμπιστευθείς τη σκέψη σου. Τη στιγμή που ανεβαίνει μέσα σου ο εκνευρισμός ή η απόρριψη, κάνε μια μικρή εσωτερική στροφή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Αυτή η επίκληση δεν είναι απλώς «τεχνική ηρεμίας», αλλά επιστροφή του νου στην καρδιά· σου θυμίζει ότι σκοπός δεν είναι να «νικήσεις» τον άλλον, αλλά να μη χάσεις την ειρήνη του Χριστού. 

 

Πολύ βοηθητικό είναι επίσης να προσέξεις τον τρόπο που μιλάς. Ο νήφων άνθρωπος κρατά τον λόγο του απλό και σύντομο. Δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να απαντά σε όλα, να διορθώνει όλους, να έχει πάντα το τελευταίο επιχείρημα. Η ανάγκη να πείσω τον άλλον, να «του αποδείξω» ότι έχει άδικο, κρύβει συχνά φιλαυτία και τελικά αφαιρεί την ειρήνη από την καρδιά. Αν ο άλλος μιλά με ένταση, δεν είναι ανάγκη να καθρεφτίσεις την έντασή του· λίγες ήρεμες λέξεις, ή και μια διακριτική αλλαγή θέματος, μπορούν να σώσουν την καρδιά από μια άσκοπη σύγκρουση. Μαζί μ’ αυτό χρειάζεται προσοχή στην εσωτερική κατάκριση: ακόμη κι αν εξωτερικά σωπάσεις, μπορεί μέσα σου να τρέχει ένας δεύτερος διάλογος, γεμάτος κρίση και απαξίωση («πάλι τα ίδια λέει», «δεν αντέχεται»). Εκεί είναι που δηλητηριάζεται σιγά σιγά η καρδιά. 

 

Η νήψη δεν σημαίνει ούτε να τα καταπίνεις όλα, ούτε να αφήνεις τον εαυτό σου εκτεθειμένο σε κάθε πίεση. Σημαίνει διάκριση και ειρηνικά όρια. Μπορείς να σταθείς με καθαρότητα και να πεις ήσυχα: «ως εδώ, τώρα δεν μπορώ να το συνεχίσω», «ας το αφήσουμε για μια άλλη στιγμή», χωρίς ειρωνεία, χωρίς σκληρότητα. Το όριο που μπαίνει με πραότητα μπορεί να ξεκουράσει και τον άλλον, γιατί έχει μέσα του αλήθεια χωρίς φορτίο. Και όταν τελειώσει η συνάντηση, έχει σημασία τι θα κάνεις με όσα έμειναν μέσα σου: αντί να αναμασάς ξανά και ξανά τους λογισμούς, πες ένα «Δόξα σοι ο Θεός», ζήτησε νοερά συγχώρηση αν σκληρύνει η καρδιά σου, και άφησε τον άλλον στα χέρια του Θεού. Τότε οι δύσκολοι άνθρωποι δεν γίνονται αιτία να χάσεις τη Χάρη της εορτής, αλλά τόπος άσκησης: χώρος όπου μαθαίνεις να αγαπάς χωρίς να κατακρίνεις και να κρατάς τον νου στην καρδιά, ακόμη κι όταν ο άλλος τραβά την προσοχή σου μακριά. Αυτή είναι, στο βάθος, η πιο αληθινή χαρά: όχι να είναι όλα εύκολα, αλλά να μένει η καρδιά ενωμένη με τον Χριστό μέσα και στις δυσκολίες. 

 

Δ. ΟΤΑΝ ΝΙΩΘΕΙΣ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ 

 Όταν νιώθεις μοναξιά μέσα στη γιορτή, ο αόρατος πόλεμος έρχεται σιωπηλά και ύπουλα. Φαίνεται όλα γύρω σου να λάμπουν: φώτα, μουσικές, κόσμοι μαζί, οικογένειες, παρέες. Κι όμως, μέσα σου αισθάνεσαι σαν να είσαι στο περιθώριο: «είμαι μόνος», «δεν με σκέφτηκαν», «δεν ανήκω πουθενά». Αυτή η εμπειρία πονά, ακριβώς γιατί η γιορτή υπόσχεται το αντίθετο: ενότητα, ζεστασιά, συνάντηση. Και όταν αυτό δεν συμβαίνει, ο πόνος βαθαίνει. 

 

Οι Πατέρες βλέπουν πιο βαθιά αυτή την κατάσταση: ο πραγματικός πειρασμός δεν είναι μόνο η λύπη, αλλά οι λογισμοί που πάνε να κλείσουν την καρδιά. Η αυτολύπηση, η απογοήτευση, η αίσθηση ότι «δεν υπάρχει ελπίδα», ότι «όλα είναι άδεια», δουλεύουν σιγά σιγά μέσα μας και θέλουν να σβήσουν όχι μόνο τη χαρά, αλλά και τη μνήμη του Θεού. Το κριτήριο όμως δεν είναι πόσοι σε περιβάλλουν, αλλά αν η καρδιά σου μένει ανοιχτή στον Χριστό. Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι να θυμηθείς ότι η μοναξιά δεν είναι απόδειξη αποτυχίας ούτε πάντα καρπός αμαρτίας. Μπορεί να είναι πληγή, δοκιμασία, αλλά μπορεί να γίνει και τόπος συναντήσεως με τον Θεό. 

 

Η γιορτή, στα μάτια της Εκκλησίας, δεν είναι προνόμιο των «πετυχημένων» και των εξωτερικά τακτοποιημένων. Είναι δώρο για τους ταπεινούς, για εκείνους που διψούν για φως, για τους πονεμένους που δεν κρύβουν τη γύμνωση της καρδιάς τους. Στο σπήλαιο της Βηθλεέμ δεν πήγαν οι «καθωσπρέπει», αλλά οι ποιμένες, οι απλοί, οι φτωχοί. Αυτό σημαίνει ότι και η δική σου μοναξιά μπορεί να γίνει δρόμος για να πλησιάσεις τον Χριστό πιο αληθινά. Η θεραπεία δεν είναι μόνο να βρεις «παρέα», αλλά να μπεις σε κοινωνία: πρώτα με τον Θεό και, μέσα από Εκείνον, με τους ανθρώπους. Όταν σταθείς έτσι ενώπιον του Χριστού, αρχίζει μέσα σου να γεννιέται μια άλλη παρουσία, ήσυχη αλλά βαθιά, που δεν γεμίζει απλώς την ώρα, αλλά ανοίγει την καρδιά. 

 

Πρακτικά, αυτή η στάση εκφράζεται με μικρές, απλές εκκλησιαστικές κινήσεις: να πας σε μια ακολουθία, να ανάψεις ένα κερί, να πεις την ευχή, να διαβάσεις λίγο από το Ευαγγέλιο της Γεννήσεως, να κάνεις μια μικρή προσευχή για όσους αγαπάς – ακόμη κι αν εκείνη τη στιγμή λείπουν από δίπλα σου. Δεν είναι «κόλπα» για να ξεχάσεις την μοναξιά, αλλά πράξεις πίστης που ανοίγουν χώρο στη Χάρη. Και πάνω απ’ όλα, να θυμάσαι πως ο Χριστός γεννήθηκε σε σπήλαιο, μέσα στη σιωπή και την έλλειψη, όχι σε σπίτι γεμάτο θόρυβο και ανθρώπινη ζεστασιά. Αυτό σημαίνει ότι δεν φοβάται την ερημιά σου· μπορεί να την μετατρέψει σε τόπο παρουσίας Του. Τότε, ακόμη κι αν γύρω σου η γιορτή συνεχίζεται χωρίς εσένα, κάτι πιο βαθύ μπορεί να γεννηθεί μέσα σου: μια κρυμμένη Βηθλεέμ, όπου ο Θεός παρηγορεί σιωπηλά και η μοναξιά γίνεται δρόμος για να πεις με την καρδιά: «Εσύ, Κύριε, είσαι η χαρά μου». 

 

Ε. OΤΑΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΗ ΜΕΡΑ 

 Όταν επιστρέφεις στο σπίτι μετά από μια απαιτητική μέρα, ειδικά μέσα στις ημέρες των εορτών, δεν φέρνεις μόνο σωματική κούραση· κουβαλάς μαζί σου και όλο τον θόρυβο της ημέρας: πρόσωπα, λόγια, εντάσεις, άγχη, λογισμούς. Εκείνη την ώρα ο αόρατος πόλεμος γίνεται πολύ συγκεκριμένος: θα συνεχίσει ο νους να δουλεύει όπως έξω ή θα του δώσεις χώρο να επιστρέψει στην καρδιά; Θα γίνει το σπίτι τόπος εκτόνωσης, όπου ξεσπάς ό,τι μάζεψες, ή – όσο γίνεται – μικρή «εκκλησία», χώρος ειρήνης και παρουσίας του Θεού; Η νηπτική παράδοση προτείνει κάτι πολύ απλό: η νήψη αρχίζει από το κατώφλι. Πριν μπεις, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, στάσου εσωτερικά και πες: «Κύριε, Σε ευχαριστώ που έφτασα· φύλαξε το σπίτι μου και την καρδιά μου». Είναι σαν να αφήνεις μέρος του φορτίου έξω από την πόρτα και να μπαίνεις όχι μόνο ως κουρασμένος, αλλά ως άνθρωπος που ζητά Χάρη. 

 

Μέσα στο σπίτι, η νήψη συνεχίζεται με μικρές, πολύ απλές κινήσεις που «μαζεύουν» τον σκορπισμένο νου. Όλη μέρα έχεις διασπαστεί σε μέριμνες, πρόσωπα, γεγονότα· αν συνεχίσεις στον ίδιο ρυθμό, η καρδιά δεν θα ξεκουραστεί ποτέ. Γι’ αυτό βοηθά να υπάρχει μια σύντομη σιωπή, λίγες στιγμές ηρεμίας πριν βυθιστείς ξανά σε οθόνες, δουλειές, κουβέντες. Ένα κεράκι που ανάβεις, ένας σταυρός μπροστά σε μια εικόνα, ένα «δόξα τω Θεώ» ειπωμένο ήσυχα, ένα–δυο λεπτά καθιστός χωρίς κινητό, με έναν μικρό ψαλμό ή την ευχή, γίνονται τρόπος να επιστρέψει ο νους στην καρδιά. Δεν είναι μεγάλα πνευματικά κατορθώματα· είναι οι πρώτες κινήσεις που αλλάζουν τον «αέρα» του σπιτιού και βοηθούν την ψυχή να πάρει ανάσα. 

 

Ένα κρίσιμο σημείο είναι πώς επιστρέφεις στους ανθρώπους σου. Όταν κουβαλάς κούραση, άγχος ή ένταση, ο πειρασμός είναι να ξεσπάσεις σε εκείνους που αγαπάς: να γίνεις απότομος και απαιτητικός. Η νηπτική καρδιά όμως θυμάται ότι και οι άλλοι πέρασαν τη δική τους μέρα, με τον δικό τους κόπο. Γι’ αυτό πριν ανοίξεις το στόμα σου, χρειάζεται μια μικρή εσωτερική παύση: «Κύριε, φύλαξέ με». Και να αφήσεις ο πρώτος σου λόγος να είναι λόγος ειρήνης, όχι παραπόνων και γκρίνιας. Ένα απλό «πώς είστε;», ειπωμένο με αληθινό ενδιαφέρον, ένα μικρό «ευχαριστώ», μια αγκαλιά, μπορούν να αλλάξουν όλο το κλίμα. Το σπίτι δεν έχει ανάγκη από τέλεια οργάνωση όσο από μια καρδιά που ξέρει να επιστρέφει με ευλογία. 

 

Κάθε επιστροφή στο σπίτι μπορεί να γίνει και επιστροφή στον βαθύτερο εαυτό σου, στην καρδιά. Όπως κλείνεις την πόρτα για να σταματήσει ο θόρυβος του δρόμου, έτσι και η προσευχή είναι ένα «κλείσιμο» της καρδιάς στους λογισμούς που τη βομβαρδίζουν. Όπως φροντίζεις λίγο το σπίτι πριν κοιμηθείς, έτσι και λίγα λεπτά προσευχής βοηθούν την ψυχή να βρει τάξη και ησυχία. Τότε οι μέρες των εορτών, όσο φορτωμένες κι αν είναι, γίνονται ευκαιρία μαθητείας: μαθαίνεις ξανά και ξανά να γυρίζεις από τον θόρυβο στο ταπεινό σπήλαιο της καρδιάς, εκεί όπου σε περιμένει ο Χριστός. 

 

8. ΠΩΣ Η ΝΗΨΗ ΜΑΣ ΦΥΛΑΣΣΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ 

Πολλοί άνθρωποι, μόλις τελειώσουν οι γιορτές, νιώθουν ένα κενό. Ενώ προηγουμένως υπήρχε φως, κίνηση, μουσική, πρόσωπα, ξαφνικά όλα ησυχάζουν και η καθημερινότητα επιστρέφει απότομα. Οι υποχρεώσεις συνεχίζονται, η κούραση μένει, αλλά η «γιορτινή ατμόσφαιρα» έχει φύγει. Τότε εμφανίζεται ο λογισμός: «Πέρασαν όλα· και τι έμεινε;». Αυτό το βίωμα, αν μείνει αθεράπευτο, μπορεί να γίνει αρχή μιας μελαγχολίας: ο άνθρωπος αισθάνεται ότι απλώς «γέμισε το πρόγραμμα» χωρίς να γεμίσει η καρδιά του. 

 

Η νήψη προστατεύει ακριβώς σε αυτό το σημείο, γιατί από την αρχή βοηθά τον άνθρωπο να μη γαντζώνεται από τις εξωτερικές συγκινήσεις. Όποιος έμαθε να ζει τις γιορτές με εσωτερική προσοχή δεν περιμένει να γεμίσει από τα φώτα, τις μουσικές, τις ευχές ή τις συναντήσεις. Η χαρά του δεν στηρίζεται στο κλίμα, αλλά στη μνήμη του Θεού. Μέσα στη νήψη ο νους μαθαίνει να μένει στην καρδιά, κι έτσι η ειρήνη δεν εξαρτάται από το αν είναι «γιορτή» ή «καθημερινή». Όταν αλλάζει το εξωτερικό σκηνικό, η εσωτερική πραγματικότητα μένει η ίδια: υπάρχει μέσα μία σχέση ζωντανή με τον Χριστό. 

 

Όποιος συνήθισε, όλο αυτό το διάστημα, να επιστρέφει έστω λίγο στον Θεό μέσα στη μέρα – με λίγη σιωπή, λίγη ευχή, μια μικρή προσευχή – δεν «αδειάζει» όταν μαζευτούν τα στολίδια. Γιατί δεν επένδυσε στη λάμψη, αλλά στην παρουσία. Δεν περίμενε η γιορτή να του λύσει όλα τα υπαρξιακά κενά· την έζησε ως ευκαιρία να βαθύνει τη σχέση του με τον Θεό. Έτσι, όταν τελειώσουν οι εξωτερικές χαρές, δεν μένει μόνος, γιατί έμαθε να μη ταυτίζεται με το συναίσθημα της στιγμής, αλλά να στηρίζεται στην αλήθεια του Θεού. Η κατάθλιψη των ημερών δύσκολα ριζώνει σε μια καρδιά που έχει αυτή την άσκηση. 

 

Τελικά, η νήψη αποδεικνύεται βαθιά θεραπευτική: δεν υπόσχεται ότι δεν θα υπάρξει καθόλου λύπη, αλλά ότι μέσα στο σκοτάδι θα υπάρχει πάντα φως. Κι αυτό το φως αρκεί για να αλλάξει τον τόνο της ζωής. Όποιος φεύγει από τις γιορτές με Χριστό μέσα του, δεν αισθάνεται ότι «κάτι τελείωσε», αλλά ότι κάτι άρχισε πιο βαθιά. Η γεννήτρια της χαράς δεν είναι πια τα ημερολόγια και οι μέρες, αλλά η καρδιά που έγινε τόπος παρουσίας του Θεού. Τότε το τέλος των γιορτών δεν φέρνει κατάθλιψη, αλλά μια ήσυχη συνέχεια: η εορτή μεταφέρεται μέσα στην καθημερινότητα ως μόνιμη μνήμη του Θεού και ειρήνη. 

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ — ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΝΗΦΑΛΙΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ 

Στο τέλος της ομιλίας γίνεται καθαρό ότι ο «αόρατος πόλεμος» των γιορτών δεν είναι κάτι για να το φοβόμαστε, αλλά ένας δρόμος που αποκαλύπτει τι συμβαίνει πραγματικά μέσα μας. Δεν μας ταλαιπωρούν μόνο οι πολλές δουλειές και οι υποχρεώσεις, αλλά κυρίως το ότι χάνουμε το κέντρο μας: ο νους σκορπίζεται, η καρδιά θολώνει, και μέσα στην εξωτερική λάμψη σβήνει το εσωτερικό φως. Η αληθινή κούραση είναι αυτή η εσωτερική διασπορά, η απώλεια της μνήμης του Θεού, που αφήνει τον άνθρωπο άδειο παρ’ όλη την εξωτερική κίνηση. 

 

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η νηπτική παράδοση δεν προτείνει φυγή από τη ζωή, αλλά ανάκτηση του εσωτερικού χώρου. Καλεί τον άνθρωπο να ξαναβρεί την ησυχία που δεν εξαρτάται από το περιβάλλον, να αφήσει τον νου να επιστρέψει στην καρδιά, ώστε αυτή να γίνει πάλι «σπήλαιο» που μπορεί να δεχθεί τη Γέννηση του Χριστού μέσα στον θόρυβο. Η νήψη παρουσιάζεται ως δρόμος ζωής για κάθε άνθρωπο που θέλει να μην αφήνει τα γεγονότα να διαλύουν την εσωτερική του ειρήνη. 

 

Μέσα από αυτή την πορεία, οι γιορτές μεταμορφώνονται. Αντί να αφήνουν πίσω τους κενό, μπορούν να γίνουν σχολείο: να μας μάθουν να ζούμε πιο συνειδητά, πιο αληθινά, πιο ταπεινά· να μη βυθιζόμαστε στη διασπορά, αλλά να στεκόμαστε με προσοχή και ευγνωμοσύνη· να αγαπούμε βαθύτερα, χωρίς να χανόμαστε σε συναισθηματικές εξάρσεις ή συγκρούσεις. Εκείνος που έμαθε έστω λίγο αυτή την τέχνη δεν βγαίνει από τις γιορτές εξαντλημένος και καμένος, αλλά πιο ήρεμος, πιο ενωμένος μέσα του, με καρδιά που έχει πλατυνθεί για να χωρέσει περισσότερο τον Χριστό και τους ανθρώπους. 

 

Το μεγαλύτερο δώρο των ημερών είναι μια καρδιά που δεν διαλύεται από όσα συμβαίνουν γύρω της· μια καρδιά που μπορεί να θυμάται τον Θεό μέσα στο πλήθος, να μένει ανοιχτή στη Χάρη μέσα στην καθημερινότητα, στη φασαρία, στις σχέσεις. Όποιος φεύγει από τις γιορτές με Χριστό μέσα του, δεν αισθάνεται ότι «κάτι τελείωσε», αλλά ότι κάτι βαθύτερο μόλις άρχισε. Η πηγή της χαράς δεν είναι πια οι μέρες του ημερολογίου, αλλά ο εσωτερικός τόπος όπου κατοικεί ο Κύριος. Αυτό είναι το δώρο της νηφάλιας καρδιάς – και αυτό είναι, τελικά, το αληθινό νόημα της εορτής.

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΣΗΜΕΡΑ - ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ

Ποιος μπορεί να εμπιστευτεί ποιον σε έναν κόσμο γεμάτο φόβο και προσδοκίες;

Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι αναζητούν κάτι βαθύτερο: μια αληθινή αγάπη, μια ασφάλεια που δεν καταρρέει, μια ζωή με νόημα. Κάποιοι το λένε πνευματικότητα, άλλοι απλώς νιώθουν ότι κάτι τους λείπει. Αυτό που συχνά αναζητούμε, χωρίς να το ονομάζουμε, είναι η αγιότητα – όχι ως τελειότητα, αλλά ως εμπιστοσύνη. Εμπιστοσύνη στον Θεό, στον άλλον, στον εαυτό μας. Όμως, όσο τη ζητάμε, τόσο περισσότερο πληγωνόμαστε, γιατί περιμένουμε από τους ανθρώπους κάτι που μόνο ο Θεός μπορεί να μας δώσει.

Στη σύγχρονη αυτή κρίση εμπιστοσύνης, το Ευαγγέλιο δεν μας δίνει απλώς παρηγοριά – μας δίνει έναν άλλον τρόπο να υπάρχουμε. Ο Χριστός φέρνει το Απόλυτο του Θεού μέσα στον κόσμο, όχι για να μας διδάξει κανόνες καλής συμπεριφοράς, αλλά για να μας προσφέρει μια νέα ζωή, μια σχέση όπου μπορούμε να αναπνεύσουμε αληθινά. Μέσα από μικρά καθημερινά βήματα πνευματικής ζωής αρχίζουμε να γινόμαστε κι εμείς χώροι εμπιστοσύνης για τους άλλους. Κι αυτό είναι η αρχή της αγιότητας: όχι η τελειότητα, αλλά η εμπιστοσύνη. 

 


 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Σήμερα πολλοί νέοι νιώθουν ότι κάτι βαθύ λείπει από τη ζωή τους. Άλλοι το λένε «πνευματικότητα», άλλοι «νόημα ζωής», άλλοι απλώς αισθάνονται πως «δεν είναι καλά μέσα τους». Αυτό που λείπει, λέει ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, είναι η αληθινή αγιότητα – όχι όμως ως ηθική τελειότητα ή θρησκευτικός ρομαντισμός, αλλά ως βαθιά ανάγκη για πληρότητα, για αλήθεια που δεν προδίδει, για ζωή που δεν τελειώνει. Κι όμως, όσο περισσότερο τη ζητάμε, τόσο πιο μπερδεμένοι φαινόμαστε: τι είναι στ’ αλήθεια αυτή η αγιότητα που ζητάμε και γιατί δεν τη βρίσκουμε;

 

Μέσα στον σύγχρονο εγωκεντρικό κόσμο, όλα περιστρέφονται γύρω από το «εγώ» μας: τις επιθυμίες μας, την εικόνα μας, τα «θέλω» μας. Κι ενώ ψάχνουμε το άπειρο μέσα σε έναν κόσμο φθαρτό, γεμάτο όρια, προσπαθούμε να χωρέσουμε την απόλυτη αγάπη και τη πραγματική χαρά σε σχέσεις, εμπειρίες ή επιτυχίες που είναι πεπερασμένες. Έτσι, ζητάμε το Απόλυτο από ανθρώπους που δεν μπορούν να μας το δώσουν – και γι’ αυτό πληγώνουμε και πληγωνόμαστε. Αναζητούμε, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, τον Θεό – αλλά τον αναζητούμε εκεί που δεν είναι.

 

Γι’ αυτό χρειάζεται να ξαναδούμε τι σημαίνει αγιότητα, όχι ως μια θρησκευτική λέξη, αλλά ως απάντηση στη βαθύτερη ανάγκη της καρδιάς μας. Δεν είναι ψευδαίσθηση αυτή η επιθυμία για το άπειρο∙ είναι το πιο ζωντανό σημάδι ότι πλαστήκαμε για κάτι αιώνιο. Η αγιότητα δεν είναι τελειομανία ούτε ηθικισμός – είναι η πορεία προς μια σχέση εμπιστοσύνης: με τον Θεό, με τους άλλους και με τον εαυτό μας. Από εδώ ξεκινά το μάθημά μας.

 

1. ΤΙ ΣΤ’ ΑΛΗΘΕΙΑ ΖΗΤΑ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ;

Βαθιά μέσα μας όλοι κουβαλάμε μια δίψα για κάτι περισσότερο απ’ ό,τι φαίνεται στην επιφάνεια της ζωής. Δεν μας αρκεί απλώς να περνάμε καλά ή να έχουμε ανέσεις. Αναζητούμε κάτι που να μας κάνει να νιώθουμε ολόκληροι: μια αγάπη που δεν προδίδει, μια αλήθεια που δεν αλλάζει, μια ζωή που να μην τελειώνει. Αυτή η επιθυμία για το Απόλυτο δεν είναι πολυτέλεια ή φαντασίωση – είναι η πιο βαθιά φωνή της καρδιάς μας, η μνήμη του Θεού μέσα μας.

 

Κι όμως, η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη όρια: φθορά, απογοητεύσεις, αποτυχίες, χρόνος που τρέχει. Ζούμε ανάμεσα σε μια φθαρτή πραγματικότητα και την επιθυμία για κάτι που δεν φθείρεται ποτέ. Το λάθος που κάνουμε, είναι ότι προσπαθούμε να στριμώξουμε αυτή την ανάγκη για αιωνιότητα μέσα σε πράγματα προσωρινά. Ζητάμε την τελειότητα από τους άλλους, από τις σχέσεις μας, από τη γνώση, από τον έρωτα, κι όταν δεν τη βρίσκουμε, πληγωνόμαστε ή απογοητευόμαστε – χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι περιμένουμε από αυτόν τον κόσμο κάτι που μόνο ο Θεός μπορεί να μας δώσει.

 

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι η ίδια η επιθυμία για πληρότητα· αυτή είναι ιερή. Το πρόβλημα είναι ότι την κατευθύνουμε λάθος. Περιμένουμε από ανθρώπους, σχέσεις ή επιτυχίες να μας γεμίσουν με κάτι που ξεπερνά τα όρια αυτής της ζωής. Κι έτσι, η αληθινή επιθυμία μας – που είναι σημάδι της θεϊκής μας καταγωγής – γίνεται αιτία πόνου, όχι επειδή είναι ψευδής, αλλά επειδή έχει στραφεί σε λάθος μέρος. Και κάπου εδώ αρχίζει το δράμα του σύγχρονου ανθρώπου.

 

 2. ΟΤΑΝ ΖΗΤΑΜΕ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΑΠΟ ΛΑΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Μέσα μας υπάρχει μια αληθινή και ιερή επιθυμία για το Απόλυτο – για αγάπη που δεν προδίδει, για αλήθεια που δεν αλλάζει, για ασφάλεια που δεν καταρρέει. Όμως, αντί να στραφούμε στον Θεό, που μόνο Εκείνος έχει αυτές τις ιδιότητες, προσπαθούμε να τις βρούμε σε ανθρώπους, σε σχέσεις, σε ιδεολογίες και συστήματα. Ζητάμε από ανθρώπους πεπερασμένους, πληγωμένους και φοβισμένους να γεμίσουν το υπαρξιακό μας κενό. Αυτό είναι που ο π. Νικόλαος ονομάζει "ανθρωποφαγία": κάνουμε τον άλλον Θεό μας· και όταν αποτύχει στο να είναι αυτό που προσδοκούμε, τον ακυρώνουμε.

 

Οι απαιτήσεις αυτές είναι παράλογες αλλά τις έχουμε όλοι: ζητάμε τέλεια κατανόηση, τέλεια αγάπη, αλάνθαστη συμπεριφορά, διαρκή διαθεσιμότητα, χωρίς να προσφέρουμε εμείς το ίδιο. Δεν συγχωρούμε στον άλλον την ανθρώπινη αδυναμία – γιατί, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, περιμέναμε από αυτόν να καλύψει κάθε ανάγκη της ψυχής μας. Και όταν δεν το πετυχαίνει, απογοητευόμαστε, θυμώνουμε, απομακρυνόμαστε. Έτσι διαλύονται σχέσεις, οικογένειες, φιλίες, ακόμα και οι πιο δυνατοί δεσμοί, επειδή προσδοκούμε από τον άλλον κάτι που μόνο ο Θεός μπορεί να δώσει.

 

Αυτό δημιουργεί μια βαθιά κρίση εμπιστοσύνης. Θέλουμε να εμπιστευθούμε, αλλά φοβόμαστε – γιατί ξέρουμε πόσο απαιτητικοί μπορούν να γίνουν οι άλλοι και πόσο εμείς οι ίδιοι έχουμε πληγωθεί ή πληγώσει. Καταλήγουμε σε μια κοινωνία με υπερβολική επικοινωνία αλλά χωρίς αληθινή σχέση: όλοι είναι «σε επαφή», αλλά εσωτερικά απομονωμένοι. Ο καθένας ζητά τα πάντα από όλους και κανείς δεν είναι διατεθειμένος να εμπιστευτεί πραγματικά. Το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη για πληρότητα, αλλά ότι την απαιτούμε από λάθος πρόσωπα, με λάθος τρόπο.

 

3. Η ΚΡΙΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ ΩΣ «Ο ΜΟΝΟΣ ΕΜΠΙΣΤΟΣ»

 Η βαθιά κρίση της εποχής μας, λέει ο π. Νικόλαος, είναι κρίση εμπιστοσύνης. Θέλουμε όσο ποτέ να εμπιστευτούμε κάποιον, αλλά φοβόμαστε να το κάνουμε. Γιατί; Επειδή έχουμε ζήσει την «ανθρωποφαγία»: όταν δίνεις κάτι πολύτιμο από την ψυχή σου σε κάποιον που δεν έχει ορίζοντα Θεού, το πιθανότερο είναι ότι θα το τσαλαπατήσει – όχι πάντα από κακία, αλλά επειδή κι εκείνος είναι γεμάτος φόβο, ανασφάλεια και απαιτήσεις. Έτσι, ζούμε κλειδωμένοι στον εαυτό μας, προφυλάσσοντας ένα ευαίσθητο «εγώ» που δεν τολμά να ανοιχτεί.

 

Ακριβώς εδώ έρχεται η πρόταση του Χριστού και της Εκκλησίας: ότι υπάρχει τρόπος να ξαναγεννηθεί η εμπιστοσύνη. Ο άγιος είναι αυτός ο άνθρωπος: αυτός που δεν έχει ανάγκη να απαιτεί τα πάντα από τους άλλους, γιατί έχει παραδώσει τον εαυτό του στον Θεό. Όποιος εμπιστεύεται αληθινά τον Θεό, δεν προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τον άλλον, ούτε να τον εξουσιάσει∙ αντίθετα, γίνεται ο ίδιος άνθρωπος εμπιστοσύνης, στον οποίο μπορείς να στηριχτείς χωρίς να φοβάσαι. Και αυτό δεν είναι ιδέα ούτε θεωρία αλλά η εμπειρία όσων γνώρισαν από κοντά κάποιον άγιο.

 

Ο άγιος, επειδή έχει αφιερωθεί πλήρως στον Θεό, αρχίζει σιγά σιγά να αποκτά τις ιδιότητες Εκείνου: καλοσύνη, υπομονή, ελευθερία, αγάπη χωρίς εγωισμό. Η Εκκλησία, τότε, δεν είναι απλώς «οργανισμός σωτηρίας», αλλά τόπος όπου καλλιεργείται αυτή η αλληλοπαράδοση: παραδίδω τον εαυτό μου στον Θεό και, μέσα από αυτή την ασφάλεια, μπορώ να παραδώσω και τον εαυτό μου στους άλλους. Σε αυτό το περιβάλλον γεννιέται η αληθινή αγιότητα: όχι ως ηθική τελειότητα, αλλά ως πρόσωπο που δημιουργεί γύρω του έναν χώρο εμπιστοσύνης.

 

 4. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΦΕΡΝΕΙ ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

Αφού καταλάβαμε ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε το Απόλυτο από ανθρώπους ή πράγματα πεπερασμένα, ο π. Νικόλαος μας οδηγεί στην ουσία: το Απόλυτο έρχεται στον κόσμο όχι ως ιδέα ή σύστημα, αλλά ως πρόσωπο· τον Χριστό. Ο Χριστός, ως Θεάνθρωπος, ενώνει το άκτιστο με το κτιστό, την αιωνιότητα με τον χρόνο, και μας δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχουμε στη δική Του θεϊκή πληρότητα. Με τα Μυστήρια της Εκκλησίας και την προσωπική σχέση μαζί Του, γινόμαστε κι εμείς κοινωνοί του Απολύτου – όσο το επιτρέπει η ελευθερία μας.

 

Αυτό σημαίνει ότι η αγιότητα δεν είναι τίποτε άλλο από το να ζω με αναφορά στον Χριστό: να Τον εμπιστεύομαι βαθιά, να ζω μέσα στη δική Του ζωή. Έτσι, δεν έχω πια την ανάγκη να απαιτώ από τον άλλον να με ολοκληρώσει, γιατί το κέντρο της ύπαρξής μου δεν είναι πια ο άλλος άνθρωπος, αλλά ο Θεός. Και αυτή η εμπιστοσύνη στον Χριστό με απελευθερώνει: μπορώ να αγαπώ χωρίς να εξαρτώμαι, να δίνω χωρίς να φοβάμαι, να σχετίζομαι χωρίς να ζητώ από τον άλλον απολύτως τίποτα.

 

Όταν η καρδιά μας ριζώσει στον Χριστό, γεννιέται και η αληθινή κοινωνία με τους άλλους: μια σχέση όπου δεν κατέχουμε αλλά μοιραζόμαστε. Στην Εκκλησία, λέει ο π. Νικόλαος, ο καθένας γίνεται «πανάνθρωπος», δηλαδή άνθρωπος που αγκαλιάζει τους άλλους, όχι από ηθικό καθήκον, αλλά επειδή μετέχει σε μια ζωή που ξεπερνά τον θάνατο. Η αγιότητα, λοιπόν, δεν είναι η απόσυρση από τον κόσμο, αλλά η δυνατότητα να είσαι μέσα στον κόσμο χωρίς να σε κυβερνά ο φόβος, γιατί έχεις ήδη ριζώσει στο αιώνιο.

 

 5. Ο «ΒΕΛΟΥΔΙΝΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ» ΚΑΙ ΟΙ ΕΙΚΟΝΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Ο π. Νικόλαος περιγράφει έναν νέο, επικίνδυνο τρόπο δουλείας του ανθρώπου: τον «βελούδινο ολοκληρωτισμό». Δεν είναι πια μια εξωτερική βία που καταπιέζει το σώμα, αλλά μια ύπουλη υποταγή που ο άνθρωπος αποδέχεται με τη θέλησή του. Είναι το καθεστώς εκείνο ό,που όλα επιτρέπονται και τίποτα δεν δεσμεύει. Μια «ελευθερία» χωρίς μέτρο και χωρίς αναφορά σε κάτι ανώτερο, που στην πραγματικότητα γίνεται σκλαβιά στα πάθη, στις εξαρτήσεις και στις ψεύτικες ανάγκες που μας καλλιεργούν.

 

Μέσα σε αυτή την ψευδο-ελευθερία, οι σχέσεις χάνουν την αυθεντικότητά τους. Οι άνθρωποι δεν σχετίζονται με άλλους ανθρώπους, αλλά με προβολές του εαυτού τους, με «εικονικούς άλλους» που δεν αντιστέκονται, δεν πονάνε, δεν διαφωνούν. Ο πειρασμός είναι τεράστιος: μπορείς να «κατασκευάσεις» τον τέλειο σύντροφο, την τέλεια συντροφιά, και να έχεις την ψευδαίσθηση ότι ζεις αληθινά – ενώ στην ουσία είσαι κλεισμένος βαθιά στον εαυτό σου. Αυτή η απομόνωση δεν πονάει φανερά, αλλά σταδιακά νεκρώνει την καρδιά.

 

Ο αληθινός κίνδυνος είναι να χαθεί η ικανότητα για εμπιστοσύνη, για αληθινή αλληλοπαράδοση. Χωρίς εμπιστοσύνη στον Θεό και στους άλλους, ο άνθρωπος περιορίζεται σε μια αναβάθμιση του βιολογικού του εαυτού, ενώ η καρδιά του παραμένει κενή. Οι άγιοι, αντίθετα, μας δείχνουν ότι η ελευθερία βρίσκεται στη σχέση και στο δόσιμο και όχι στην αυτάρκεια και τον έλεγχο. Η αγιότητα γίνεται τότε η μόνη αληθινή αντίσταση σε αυτόν τον «βελούδινο ολοκληρωτισμό» που υπόσχεται τα πάντα, αλλά μας αφαιρεί το πιο πολύτιμο: τη δυνατότητα να αγαπάμε και να εμπιστευόμαστε. 

 

6. ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΩΝΙΑΣ – Ο ΘΕΟΣ ΤΗΣ «ΥΠΕΡΒΟΛΗΣ»

Το Ευαγγέλιο δεν είναι απλώς ένα ηθικό μήνυμα, αλλά θεραπεία της υπάρξεώς μας. Ο Χριστός, όταν μας λέει «μη μεριμνάτε για την αύριο», δεν μας καλεί σε ανευθυνότητα, αλλά μας προσφέρει ελευθερία από την καταπιεστική αγωνία της αυτάρκειας. Μέσα από τη σχέση μαζί Του, ο άνθρωπος βγαίνει από τη στενότητα του χρόνου και αρχίζει να γεύεται από τώρα κάτι από την αιωνιότητα. Αυτός ο λόγος του Χριστού, είναι η πιο βαθιά «αντικαταθλιπτική» πρόταση για τη ζωή.

 

Ο Χριστός μας αποκαλύπτει έναν Θεό που είναι Πατέρας και μάλιστα «υπερβολικός» στην αγάπη Του. Δεν μας δίνει απλώς αυτό που ζητάμε, αλλά πολλαπλάσια.Ζητάς ένα ψαράκι και σου δίνει μια θάλασσα. Αυτή η εμπειρία υπερβολικής αγάπης του Θεού δεν είναι για να μας αγγίξει συναισθηματικά αλλά είναι θεραπευτική. Μας βγάζει από τον φαύλο κύκλο της ανασφάλειας και της αυτοπροστασίας και μας βοηθά να ανοίξουμε την καρδιά μας, να ζητήσουμε, να εμπιστευθούμε, να ζήσουμε χωρίς να μας πνίγει ο φόβος του αύριο.

 

Όσο περισσότερο ο άνθρωπος εμπιστεύεται τον Θεό, τόσο περισσότερο γίνεται ικανός να μοιράζεται. Δεν κρατά αυτά που λαμβάνει για τον εαυτό του, αλλά τα χρησιμοποιεί για τους άλλους: την προσευχή, τον χρόνο του, την αγάπη του, τα υλικά του αγαθά. Και τότε ζει μια παράδοξη εμπειρία: όσο περισσότερο δίνει, τόσο περισσότερο πλουτίζει. Ο άνθρωπος που εμπιστεύεται τον Θεό, γίνεται ανοιχτός, ελεύθερος, ικανός να δει τη ζωή του ως δώρο και να τη μεταμορφώσει σε προσφορά. Έτσι θεραπεύεται η αγωνία, το άγχος, ο φόβος· όχι με τεχνικές, αλλά με σχέση.

 

7. ΜΙΚΡΑ ΒΗΜΑΤΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ – ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ

Αφού αναγνωρίσουμε ότι η επιθυμία για το Απόλυτο είναι αληθινή και ότι μόνο ο Χριστός μπορεί να την εκπληρώσει, το επόμενο ερώτημα είναι πρακτικό: πώς ξεκινά κανείς σήμερα αυτή την πορεία προς την αγιότητα; Δεν χρειάζονται μεγάλες αποφάσεις ή θεαματικές αλλαγές. Το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίσουμε μέσα μας αυτή τη δίψα και να μην την καταπνίγουμε με θόρυβο, περισπασμούς ή ψεύτικες παρηγοριές. Αρκεί να πούμε με ειλικρίνεια: «ναι, διψώ για κάτι πιο αληθινό, πιο αιώνιο» – κι αυτό, από μόνο του, είναι ήδη προσευχή. 

 

Το δεύτερο βήμα είναι να σταματήσουμε να ζητάμε από τους ανθρώπους αυτά που μόνο ο Θεός μπορεί να προσφέρει. Οι γονείς, οι φίλοι, οι σύντροφοί μας δεν είναι τέλειοι· και ούτε χρειάζεται να είναι. Όταν πάψουμε να τους ζητάμε να καλύψουν όλη την υπαρξιακή μας ανασφάλεια, οι σχέσεις μας θα γίνουν πιο αληθινές, πιο ελεύθερες, πιο ανθρώπινες. Παράλληλα, μπορούμε να κάνουμε ένα μικρό, καθημερινό άνοιγμα εμπιστοσύνης στον Χριστό: μια απλή προσευχή, μια εξομολόγηση με ειλικρίνεια, μια συνειδητή συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία. 

 

Το τρίτο και πιο γόνιμο βήμα είναι να γίνουμε κι εμείς άνθρωποι εμπιστοσύνης για τους άλλους. Να ακούμε χωρίς να κρίνουμε, να κρατάμε εμπιστευτικά όσα μας λένε, να μην εκμεταλλευόμαστε την αδυναμία του άλλου. Και όλα αυτά να τα ζούμε μέσα στην Εκκλησία – όχι σαν χώρο τύπων ή κανόνων, αλλά ως κοινότητα ανθρώπων που μαθαίνουν σιγά σιγά να εμπιστεύονται τον Θεό και, με τη βοήθειά Του, και ο ένας τον άλλον. Η αγιότητα σήμερα αρχίζει απλά: από την απόφαση να βγω λίγο από το "εγώ" μου και να τολμήσω να εμπιστευτώ.

 

 

 

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2025

27. ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ: ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ

Κάθε χρόνο ζούμε τα Χριστούγεννα μέσα σε διασκεδάσεις, συναντήσεις, τραγούδια, φώτα και προσδοκίες. Όμως πολλές φορές, κάτι μέσα μας μένει άδειο. Σαν να πέρασαν οι γιορτές και να μη μας άγγιξαν πραγματικά. Η ομιλία αυτή μάς προσκαλεί να πλησιάσουμε τα Χριστούγεννα αλλιώς: όχι απλώς ως μια ανάμνηση, αλλά ως ένα μυστήριο που μπορεί να συμβεί σήμερα, μέσα στην καρδιά μας. Ο Χριστός δεν γεννήθηκε μόνο τότε, σε ένα σπήλαιο στη Βηθλεέμ. Θέλει να γεννηθεί και τώρα — στο “σπήλαιο” της ψυχής μας, εκεί όπου υπάρχει η αλήθεια μας-όσο ασχήμη κι αν είναι. Μια πορεία θεραπείας, ταπείνωσης και φωτισμού, μέσα από τη σοφία των Πατέρων, μάς δείχνει τον δρόμο.

 

 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – «ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΜΕΣΑ ΜΑΣ»
Καθώς πλησιάζουν τα Χριστούγεννα, η καθημερινότητά μας γεμίζει φώτα, ήχους, τραπέζια και κοινωνικές υποχρεώσεις. Όμως πίσω από αυτό το εξωτερικό «γιορτινό» κλίμα, πολλοί άνθρωποι νιώθουν ένα ανεξήγητο βάρος ή μια εσωτερική κούραση. Συχνά, ενώ όλα γύρω μας μιλούν για χαρά, μέσα μας βασιλεύει ένα κενό. Σαν να περνούν οι γιορτές απ’ έξω μας, χωρίς να αγγίζουν την καρδιά.
 
Η Εκκλησία, όμως, δεν βλέπει τα Χριστούγεννα ως μια όμορφη εποχική ατμόσφαιρα. Η νηπτική παράδοση μάς υπενθυμίζει ότι είναι ένα βαθύ υπαρξιακό γεγονός: ο άχρονος Θεός γίνεται άνθρωπος και γεννιέται στον πιο μυστικό και σκοτεινό τόπο της ανθρώπινης ύπαρξης – στην καρδιά. Οι Πατέρες δεν μας καλούν σε έναν ρομαντικό στοχασμό, αλλά σε μια εσωτερική πραγματικότητα: να αφήσουμε τον Χριστό να γεννηθεί μέσα μας, όχι στη «βιτρίνα» ενός τέλειου εαυτού, αλλά στο ταπεινό, σκοτεινό, πληγωμένο «σπήλαιο» της ψυχής μας.
 
Γι’ αυτό, το κεντρικό ερώτημα της ομιλίας είναι: πού γεννιέται ο Χριστός σήμερα; Μπορεί ο Θεός να έρθει μέσα σε έναν αγχωμένο, πληγωμένο, κουρασμένο άνθρωπο; Η Εκκλησία απαντά: όχι μόνο μπορεί — αλλά αυτό ακριβώς θέλει. Η καρδιά μας, ακόμη και τραυματισμένη, είναι ο τόπος που διάλεξε ο Θεός. Αν Του ανοίξουμε έστω λίγο αυτόν τον χώρο, ακόμη και χωρίς να ξέρουμε πώς, Εκείνος γνωρίζει πώς να έρθει. Και τότε τα Χριστούγεννα παύουν να είναι απλώς μια ανάμνηση· γίνονται αρχή μιας νέας, ζωντανής σχέσης με τον Θεό.
 
 
 2. ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Η Εκκλησία δεν περιορίζει τη Γέννηση του Χριστού σε ένα μακρινό ιστορικό γεγονός, αλλά τη ζει ως πραγματικότητα που μπορεί να συμβεί σήμερα, σε κάθε άνθρωπο. Οι Πατέρες μάς διδάσκουν ότι όλα τα μυστήρια της ζωής του Χριστού — η Γέννηση, η Σταύρωση, η Ανάσταση — δεν είναι μόνο γεγονότα του παρελθόντος, αλλά τρόποι ύπαρξης που μπορούν να ενεργοποιηθούν μέσα μας. Η πίστη μας δεν μας καλεί σε μια απλή ανάμνηση, αλλά σε μια βαθιά προσωπική εμπειρία: να επιτρέψουμε στον Χριστό να γεννηθεί ξανά στην καρδιά μας.
 
Αυτό συμβαίνει μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας: με τη μετάνοια που καθαρίζει την καρδιά, με την αδιάλειπτη προσευχή που διατηρεί τη ζωντανή σχέση με τον Χριστό, με την τήρηση των εντολών και τη συμμετοχή στα Μυστήρια — κυρίως την Εξομολόγηση και τη Θεία Ευχαριστία. Η Χάρη που λάβαμε στο Βάπτισμα ενεργοποιείται εκ νέου και ο Χριστός «γεννάται» μυστικά μέσα μας. Τότε η καρδιά δεν γεμίζει απλώς με συναισθήματα, αλλά με παρουσία. Δεν συγκινείται προσωρινά, αλλά μεταμορφώνεται. Και η εορτή των Χριστουγέννων παύει να είναι εξωτερική — γίνεται ζωή και φως μέσα στην ψυχή.
 
 
3. ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΩΣ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
 Η Γέννηση του Χριστού μέσα σε σπήλαιο δεν είναι μια τυχαία επιλογή· είναι βαθιά θεολογική. Το σπήλαιο ήταν σκοτεινό, υγρό, βρώμικο — εντελώς ακατάλληλο για τη γέννηση ενός παιδιού, πόσο μάλλον για την έλευση του Θεού στον κόσμο. Κι όμως, αυτόν τον χώρο διάλεξε ο Θεός, σαν να μας λέει πως η αγάπη Του δεν αποστρέφεται την ακαταλληλότητα, αλλά τη μεταμορφώνει. Οι Πατέρες της Εκκλησίας είδαν σ’ αυτό το σπήλαιο την εικόνα της ανθρώπινης καρδιάς: ενός τόπου γεμάτου πληγές, λογισμούς, φόβους, επιθυμίες και αδυναμίες.
 
Ο Χριστός δεν περιμένει από εμάς να φτιάξουμε ένα "παλάτι" από αρετές για να Τον δεχτούμε. Θέλει να Του ανοίξουμε το αληθινό σπήλαιο της καρδιάς μας — όχι το ψεύτικο, εξιδανικευμένο πρόσωπο που προσπαθούμε να Του δείξουμε. Στη νηπτική παράδοση, η πιο τολμηρή και ελπιδοφόρα αλήθεια είναι ότι ο Θεός αναπαύεται στην αλήθεια μας, όσο σκοτεινή κι αν είναι. Δεν σκανδαλίζεται από τις πληγές μας, ούτε ζητά την τελειότητα. Ζητά μόνο ειλικρίνεια, για να φωτίσει Εκείνος αυτόν τον κρυφό τόπο και να τον κάνει τόπο Θείας Παρουσίας.
 
 
4. Η ΦΑΤΝΗ ΩΣ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΜΑΣ ΠΤΩΧΕΙΑΣ
Όπως το σπήλαιο είναι εικόνα της καρδιάς μας, έτσι και η φάτνη εκφράζει την εσωτερική μας πτωχεία — την αδυναμία, την ακαταλληλότητα και την απλότητα του ανθρώπου. Η φάτνη ήταν μια ταπεινή γούρνα για ζώα, κι όμως εκεί καταδέχθηκε να τοποθετηθεί το Θείο Βρέφος. Ο Θεός δεν αναζητεί την τελειότητά μας, αλλά την ταπεινότητά μας· όχι τα επιτεύγματά μας, αλλά τη διάθεση να Του προσφέρουμε την αλήθεια μας, έστω και φτωχή.
 
Στη δική μας ζωή, αυτή η φάτνη είναι οι αδυναμίες που κουβαλάμε: η ψυχική κόπωση, οι λογισμοί που μας ταλαιπωρούν, τα προβλήματα στις σχέσεις, η δυσκολία στην προσευχή, η επανάληψη της ίδιας πτώσης. Ο Χριστός δεν περιμένει να τα ξεπεράσουμε για να έρθει — ζητά να Του ανοίξουμε τον χώρο αυτής της φτώχειας, όπως είναι. Τότε, η ίδια η αναγνώριση της αδυναμίας γίνεται προσευχή· η φάτνη γίνεται τόπος θείας επίσκεψης· και η καρδιά μας, ακριβώς μέσα στην απλότητά της, γίνεται ο πιο κατάλληλος τόπος για να γεννηθεί ο Χριστός.
 
 
5. ΤΟ «ΓΕΝΝΑΤΑΙ» ΩΣ ΔΥΝΑΜΙΚΗ: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ
Το τροπάριο «Χριστὸς γεννάται, δοξάσατε» μιλάει σε ενεστώτα χρόνο — όχι γεννήθηκε, αλλά γεννιέται. Η Εκκλησία τονίζει με αυτόν τον τρόπο ότι η Γέννηση του Χριστού δεν είναι απλώς μια ανάμνηση, αλλά ένα ζωντανό Μυστήριο που μπορεί να επαναλαμβάνεται στην καρδιά του κάθε ανθρώπου. Κάθε φορά που η καρδιά ταπεινώνεται, μετανοεί και στρέφεται προς τον Θεό, εκείνη τη στιγμή ο Χριστός γεννιέται μυστικά μέσα της.
 
Αυτή η γέννηση δεν είναι πάντα αισθητή ή θεαματική. Μπορεί να φανεί ως μια ανεξήγητη ειρήνη, μια ήσυχη παρουσία, μια απαλή θέρμη στην καρδιά, μια εσωτερική διάθεση να συγχωρήσεις ή να σταθείς σε σιωπή. Είναι έργο της Χάριτος, όχι αποτέλεσμα προσπάθειας. Και είναι πορεία: γίνεται μέσα από πτώσεις και αναστάσεις, μέσα από λήθη και επιστροφή. Το «γεννάται» δηλώνει ότι ο Χριστός μπορεί να γεννηθεί ξανά και ξανά μέσα μας — όχι μόνο στις μεγάλες στιγμές, αλλά μέσα στην απλότητα της καθημερινής ζωής, αρκεί να Του ανοίγουμε λίγο χώρο.
 
 
6. ΠΩΣ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΩΣ ΣΠΗΛΑΙΟ
Αν η καρδιά μας είναι το σπήλαιο όπου μπορεί να γεννηθεί ο Χριστός, τότε το ερώτημα είναι: πώς την προετοιμάζουμε; Η νηπτική παράδοση δεν μας καλεί σε μια εξωτερική τελειότητα, αλλά σε μια απλή, ειλικρινή στροφή προς τον Θεό. Το πρώτο βήμα είναι η αποδοχή του αληθινού μας εαυτού: να σταματήσουμε να προσποιούμαστε ότι είμαστε “καλοί” και να παρουσιάσουμε στον Θεό την αλήθεια της καρδιάς μας, έστω κι αν είναι πληγωμένη ή σκοτεινή.
 
Από εκεί αρχίζει μια εσωτερική εργασία που περιλαμβάνει ησυχία, ταπείνωση, μνήμη Θεού και πραότητα προς τον εαυτό μας. Η ησυχία δεν είναι απαραίτητα εξωτερική, αλλά μια μικρή παύση του νου, που επιτρέπει στον Θεό να μιλήσει. Η ταπείνωση δεν είναι ψυχολογική μειονεξία, αλλά η συνειδητοποίηση ότι δεν μπορούμε μόνοι μας να αλλάξουμε, και γι’ αυτό ζητούμε τη Χάρη. Η μνήμη του Θεού δεν είναι απλώς σκέψη, αλλά εσωτερική στάση που φέρνει ειρήνη. Και η πραότητα μάς διδάσκει να μη σκληραίνουμε απέναντι στον εαυτό μας, αλλά να τον πλησιάζουμε όπως θα ήθελε ο Χριστός: με σιωπή, ελπίδα και καλοσύνη. Έτσι ετοιμάζεται η καρδιά — όχι για να γίνει «τέλεια», αλλά για να γίνει αληθινή κατοικία του Θεού.
 
 
7. ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΟΤΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΣ
 Όταν ο Χριστός γεννιέται μέσα στην καρδιά, η παρουσία Του αρχίζει να αποτυπώνεται σε όλη τη ζωή μας. Πρώτα απ’ όλα, φέρνει ειρήνη — όχι απαραίτητα εξωτερική, αλλά μια εσωτερική σταθερότητα, μια ήρεμη βεβαιότητα που δεν εξαρτάται από τις περιστάσεις. Εκεί που πριν υπήρχε σύγχυση και αγωνία, τώρα γεννιέται μια σιωπηλή ελπίδα. Η καρδιά παύει να αντιδρά σπασμωδικά, και γίνεται πιο γαλήνια, πιο ανεκτική, πιο πρόθυμη να ακούσει και να καταλάβει.
 
Η παρουσία του Χριστού αλλάζει και τον τρόπο που βλέπουμε τους άλλους. Μαλακώνει η καρδιά, μειώνεται η αυστηρότητα, γεννιέται ευσπλαχνία και κατανόηση. Ο θυμός δεν κυριαρχεί τόσο εύκολα, ο λόγος γίνεται πιο ήπιος, το βλέμμα πιο ανθρώπινο. Η προσευχή δεν είναι πια καθήκον, αλλά ανάγκη· μια φυσική αναπνοή της καρδιάς που αναπαύεται στη σχέση με τον Θεό. Ο νους καθαρίζεται, γίνεται πιο διαυγής, πιο ειρηνικός, πιο ικανός να διακρίνει την αλήθεια και το θέλημα του Θεού. Και μαζί με όλα αυτά, ανάβει μέσα μας μια ελπίδα αθόρυβη, βαθιά και σταθερή· η αίσθηση ότι ο Θεός είναι παρών και εργάζεται ακόμη κι όταν εμείς δεν βλέπουμε τίποτα.
 
 
8. Η ΧΑΡΙΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ — ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΟ 
(Αυτό δεν είναι μέσα στην ομιλία) 
Στην πνευματική ζωή, υπάρχει ο κίνδυνος να φανταστούμε τη χάρη του Θεού σαν μια αφηρημένη κατάσταση ή μια εσωτερική εμπειρία. Όμως οι Πατέρες της Εκκλησίας μας θυμίζουν ότι η Χάρις δεν είναι κάτι απρόσωπο — είναι ο Ίδιος ο Χριστός. Όταν η καρδιά ειρηνεύει, όταν η προσευχή ζωντανεύει, όταν γεννιέται μέσα μας η επιθυμία για σιωπή και αγάπη, δεν βιώνουμε απλώς μια “καλή διάθεση”· βιώνουμε την επίσκεψη του Ζωντανού Θεού. Δεν μας δίνει κάτι — μας δίνει τον Εαυτό Του.
 
Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός δεν είναι μια ιδέα ή μια διδασκαλία, αλλά Πρόσωπο που μας πλησιάζει πρώτος. Γι’ αυτό και η καρδιά, ακόμη κι όταν δεν μπορεί να εξηγήσει τι αισθάνεται, «ξέρει» ότι Εκείνος ήρθε. Η γαλήνη, η σιγή, η ταπεινή χαρά που αναβλύζει χωρίς εξωτερική αιτία είναι τα σημάδια της Παρουσίας Του. Η φάτνη της καρδιάς μας γίνεται τότε ναός, όχι επειδή είναι τέλεια, αλλά επειδή την επισκέφθηκε Εκείνος που αγιάζει τα πάντα με την αγάπη Του.
 
 
9. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ – Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΣΠΗΛΑΙΟ 
Τα Χριστούγεννα δεν μας καλούν να φτιάξουμε τεχνητά μια καλή διάθεση, ούτε να νιώσουμε συναισθηματική χαρά μέσα στο φορτωμένο μας πρόγραμμα. Η ουσία της εορτής είναι πολύ πιο αληθινή και απλή: να επιτρέψουμε στον Χριστό να γεννηθεί στο πραγματικό μας σπήλαιο — όχι στο φανταστικό μας παλάτι. Ο Θεός δεν ζητά τελειότητα, καθαρότητα ή δύναμη. Ζητά μόνο αλήθεια. Να Του πούμε με ειλικρίνεια: «Αυτή είναι η καρδιά μου, όπως είναι — πληγωμένη, κουρασμένη, σκοτεινή. Κάνε την φάτνη Σου».
 
Αυτό είναι το θαύμα της Γεννήσεως: ότι ο Θεός του σύμπαντος επιθυμεί να κατοικήσει μέσα στον πιο ταπεινό τόπο της ύπαρξής μας. Και αυτή η γέννηση δεν γίνεται με εξωτερικές προσπάθειες, αλλά με σιωπηλή προσευχή, με αποδοχή, με ταπείνωση, με το απλό «Κύριε, ελέησόν με». Αν κάνουμε έστω ένα μικρό βήμα προς Αυτόν, Εκείνος γνωρίζει πώς να έρθει, πώς να φωτίσει και πώς να θεραπεύσει. Τότε τα Χριστούγεννα δεν τελειώνουν με το ημερολόγιο, αλλά γίνονται τρόπος ζωής, τρόπος σχέσης, τρόπος προσευχής — και φως που παραμένει μέσα μας για όλο τον χρόνο. 
 
 

26. ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΤΟ ΘΕΟ; (Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ )

Πώς γνωρίζουμε τον κόσμο, τον εαυτό μας και τον Θεό; Στη σύγχρονη εποχή της πληροφορίας και της τεχνολογίας, η γνώση φαίνεται να αυξάνεται — κι όμως ο άνθρωπος νιώθει πιο διχασμένος και χαμένος από ποτέ. Η πατερική παράδοση της Εκκλησίας μάς αποκαλύπτει κάτι ριζικά διαφορετικό: ότι η αληθινή γνώση είναι καρπός της πνευματικής υγείας και της σχέσης μας με τον Θεό. Στην ομιλία αυτή εξετάζουμε, μέσα από τη σοφία των Αγίων Πατέρων, πώς η γνώση διαστράφηκε μετά την πτώση του ανθρώπου, ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της αλλοίωσης και —κυρίως— πώς μπορεί ο άνθρωπος να θεραπευτεί και να ξαναβρεί τον δρόμο της αλήθειας. 
 
 

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ – Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ

Η εισαγωγή της ομιλίας μάς καλεί να κοιτάξουμε με πνευματικό βλέμμα ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει έντονα την εποχή μας: την αλλοίωση του τρόπου με τον οποίο γνωρίζουμε τον κόσμο, τον εαυτό μας και τον Θεό. Η γνώση, κατά την Εκκλησία, δεν είναι απλώς η συσσώρευση πληροφοριών. Είναι καρπός της ζωντανής σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό. Όταν αυτή η σχέση χαλάσει εξαιτίας της αμαρτίας και της απομάκρυνσης από τον Θεό, διαστρέφεται και η γνώση. Γι’ αυτό και, παρά την τεχνολογική πρόοδο και την υπερπληθώρα πληροφορίας, ο άνθρωπος της εποχής μας μοιάζει συχνά πιο μπερδεμένος, πιο διχασμένος και πιο αποξενωμένος από ποτέ. 

 

Η Εκκλησία, μέσω της διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων, μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να γνωρίζει πνευματικά: να βλέπει τα πράγματα όχι μόνο με τη λογική, αλλά και με καθαρότητα καρδιάς, ώστε να διακρίνει πίσω από τα φαινόμενα τον Θεό, την Αλήθεια και το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης. Η πτώση όμως δεν προκάλεσε απλώς ηθικές εκτροπές· αλλοίωσε τον ίδιο τον τρόπο της γνώσης, μετατρέποντάς την συχνά σε πηγή σύγχυσης, εγωισμού και πνευματικού σκοτισμού. Αυτήν την παθολογία της γνώσης —την αλλοίωση και έκπτωσή της— επιχειρεί να αναδείξει η παρούσα ομιλία, εξετάζοντας τέσσερα βασικά ερωτήματα: Ποια ήταν η γνώση πριν από την πτώση; Πώς διαστράφηκε; Ποιες είναι οι συνέπειες; Και κυρίως, πώς μπορεί να θεραπευτεί;

 

Η ΦΥΣΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ – Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΡΑΣΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΠΤΩΣΗ 

 Στην πρώτη ενότητα της ομιλίας, περιγράφεται η αρχέγονη κατάσταση της ανθρώπινης γνώσης, όπως την κατανοεί η Ορθόδοξη Παράδοση. Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε απλώς για να σκέφτεται ή να συλλέγει πληροφορίες, αλλά για να γνωρίζει με τρόπο πνευματικό, ζώντας σε βαθιά ενότητα με τον Θεό. Η γνώση, στην φυσική της κατάσταση, ήταν ενοποιημένη: ο νους και η καρδιά του ανθρώπου λειτουργούσαν μαζί, φωτισμένοι από τη χάρη, και ο κόσμος δεν εθεωρείτο ως απλό σύνολο αντικειμένων προς χρήση, αλλά ως φανέρωση του Θεού μέσα από τους πνευματικούς "λόγους" των όντων. 

Η κτίση εθεωρείτο ως θεολογικό γεγονός· ως γέφυρα που οδηγεί στον Δημιουργό. Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ερμηνεύοντας το όραμα του Ιεζεκιήλ με τους τροχούς, τονίζει ότι ο αισθητός και ο πνευματικός κόσμος είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι, σαν «τροχός μέσα σε τροχό». Ο άνθρωπος, με καθαρή καρδιά, μπορούσε να βλέπει πίσω από τα φαινόμενα τα νοήματα που οδηγούν στον Θεό. Έβλεπε τον κόσμο όχι με εργαλειακό βλέμμα, αλλά με διάκριση· όχι επιφανειακά, αλλά εσωτερικά. Έτσι, η γνώση δεν ήταν αυτοσκοπός, αλλά στάδιο στην πνευματική πορεία του ανθρώπου προς τη θέωση. 

Η ενότητα αυτή υπογραμμίζει πως η αληθινή γνώση δεν είναι απλώς μια γνωστική λειτουργία, αλλά μια πνευματική εμπειρία ενότητας: με τον Θεό, με τον κόσμο και με τον εαυτό μας. Και αυτή η εμπειρία είναι που χάθηκε με την πτώση, γεγονός που θα εξεταστεί στην επόμενη ενότητα. 

 

Η "ΠΤΩΣΗ" ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ  – Η ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΗΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΟΡΑΣΗΣ

Η δεύτερη ενότητα εμβαθύνει στο πώς η πτώση των πρωτοπλάστων δεν αλλοίωσε μόνο τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό σε ηθικό επίπεδο, αλλά διαστρέβλωσε ριζικά και τον τρόπο της γνώσης. Η αμαρτία δεν ήταν απλώς μια πράξη ανυπακοής, αλλά μια βαθιά αλλαγή στη στάση του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο. Ο Άγιος Μάξιμος εξηγεί ότι το «δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού» συμβολίζει ολόκληρη την κτίση: όταν ο άνθρωπος πλησιάζει την δημιουργία εν Χριστώ, με ταπείνωση και ευχαριστία, τότε η γνώση του είναι αγαθή. Όταν όμως την προσεγγίζει ιδιοτελώς, αποκομμένη από τον Θεό, η γνώση γίνεται πηγή κακού. 

 

Η πτώση του ανθρώπου αλλοίωσε βαθιά τον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε. Οι Πρωτόπλαστοι, απομακρυνόμενοι από τον Θεό, έχασαν την εσωτερική πνευματική όραση που είχαν και η γνώση τους περιορίστηκε μόνο σε όσα αντιλαμβάνονται οι σωματικές αισθήσεις. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι άρχισαν να παρατηρούν τον κόσμο με τα μάτια τους. Σημαίνει ότι έπαψαν να βλέπουν με τον φωτισμένο νου τους το πνευματικό βάθος των πραγμάτων και δεν μπορούσαν πια να βλέπουν τον Θεό μέσα στη δημιουργία. Τα μάτια τους «άνοιξαν» προς τον έξω κόσμο, αλλά έκλεισαν προς τον Θεό. Έτσι η γνώση έχασε τον προσανατολισμό της· δεν ήταν πια τρόπος σχέσης με τον Θεό, αλλά έγινε επιφανειακή, εγωκεντρική και πολλές φορές παραπλανητική. 

 

Η γνώση της πτώσης δεν οδηγεί στην αλήθεια, αλλά στη σύγχυση. Ο άνθρωπος πλέον αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως αντικείμενο εκμετάλλευσης και όχι ως θεοφάνεια. Ο νους του δεν είναι απλώς αδύναμος, αλλά έχει χάσει τον φυσικό του προσανατολισμό προς τον Θεό. Έτσι γεννιούνται τα πάθη, η πνευματική αποξένωση, και η εσφαλμένη εικόνα του εαυτού, του κόσμου και του Θεού. Η πατερική θεώρηση μάς διδάσκει ότι η πτώση είναι κυρίως πτώση της γνώσης και ότι η αποκατάσταση του ανθρώπου περνά μέσα από τη θεραπεία αυτής της αλλοίωσης. 

 

Η ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ ΤΟΥ ΝΟΥ ΣΤΙΣ ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΘΗ

Στην τρίτη ενότητα της ομιλίας, βλέπουμε τι συνέβη στον νου του ανθρώπου μετά την πτώση. Ο νους, που δημιουργήθηκε για να στραφεί προς τον Θεό και να φωτίζεται από Αυτόν, δεν έπαψε να λειτουργεί· όμως, έχασε τον προσανατολισμό του. Δεν κινείται πλέον ελεύθερα προς τον Θεό, αλλά έχει υποδουλωθεί στα ερεθίσματα των αισθήσεων και στα πάθη. Αντί να βλέπει τον κόσμο πνευματικά, εγκλωβίζεται σε εικόνες, εντυπώσεις και εξωτερικές πληροφορίες, χωρίς να διακρίνει το βάθος και το νόημα των πραγμάτων. 

 

Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος διδάσκει ότι, μετά την πτώση, ο νους του ανθρώπου παγιδεύεται μέσα στον κόσμο των αισθήσεων. Δεν χάνει τη δυνατότητα να σκέφτεται, αλλά η σκέψη του γίνεται ρηχή, προσκολλημένη στα εξωτερικά και επηρεασμένη από τα πάθη που δρουν μέσα στην ψυχή. Αντί να βλέπει βαθύτερα, ο άνθρωπος περιορίζεται σε μια γνώση που γεννιέται από ό,τι βλέπει, ακούει και επιθυμεί, και όχι από την κοινωνία του με τον Θεό. Όπως τονίζει και ο Άγιος Μάρκος ο Ερημίτης, η άγνοια του Θεού, η λήθη και η πνευματική ραθυμία γίνονται το έδαφος πάνω στο οποίο θεριεύουν όλα τα άλλα πάθη. Ο νους, που προοριζόταν να βλέπει τον Θεό και να οδηγεί την ψυχή προς την αλήθεια, τώρα παρασύρεται από τις επιθυμίες, χάνει τη διάκριση και σκοτίζεται. 


Η παθολογική αυτή κατάσταση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα ατομικής αδυναμίας, αλλά καρπός της αλλοίωσης που υπέστη η ανθρώπινη φύση από την πτώση. Γι’ αυτό και δεν αρκεί μια εξωτερική αλλαγή στον τρόπο σκέψης. Χρειάζεται βαθιά θεραπεία· δηλαδή, η αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό, ώστε ο νους να ελευθερωθεί από την κυριαρχία των παθών και να ανακτήσει τον φυσικό του ρόλο: να οδηγεί στην αλήθεια, στη διάκριση και στην ενότητα με τον Θεό. 

 

Η ΔΙΑΣΠΑΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Η τέταρτη ενότητα μάς βοηθά να κατανοήσουμε ότι η πτώση του ανθρώπου δεν προκάλεσε μόνο σύγχυση στον τρόπο που γνωρίζει, αλλά διέρρηξε και την ίδια την εσωτερική του ενότητα. Ο άνθρωπος, όπως δημιουργήθηκε από τον Θεό, είναι ένα ενιαίο ον: ο νους, η καρδιά, οι επιθυμίες και όλα οι ψυχικές του δυνάμεις λειτουργούν σε αρμονία. Η καρδιά, κατά την πατερική παράδοση, δεν είναι απλώς το κέντρο των συναισθημάτων, αλλά το βαθύτερο υπαρξιακό του κέντρο, εκεί όπου συναντά τον Θεό και γνωρίζει τον εαυτό του. 

 

Με την πτώση όμως, ο νους αποσπάστηκε από την καρδιά και άρχισε να λειτουργεί μόνος του, αποξενωμένος από το οντολογικό κέντρο της ύπαρξης. Έχασε την εσωτερική του σταθερότητα, διασκορπίστηκε σε λογισμούς, φαντασίες και εικόνες, και δεν μπορούσε πλέον να σταθεί μέσα του. Αυτή η διάσπαση δεν αφορά μόνο το ψυχικό επίπεδο, αλλά ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου. Οι Πατέρες μιλούν για «πνευματική σχιζοφρένεια» – όχι με την ψυχιατρική έννοια, αλλά για να περιγράψουν τον βαθύ εσωτερικό διχασμό που βιώνει ο άνθρωπος όταν χάσει τον Θεό. Ο άνθρωπος δεν ξέρει πια ποιος είναι και δεν γνωρίζει τον εαυτό του πραγματικά. 

 

Η Εκκλησία δεν απαντά σ’ αυτό το πρόβλημα με ηθικές οδηγίες ή φιλοσοφικές θεωρίες, αλλά με πρόταση υπαρξιακής θεραπείας: να επιστρέψει ο νους στην καρδιά. Μέσα από την ταπείνωση, τη σιωπή και την προσευχή, ιδίως με την αδιάλειπτη επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού, ο νους σταματά να διασκορπίζεται και αρχίζει να ησυχάζει. Όταν, όπως λένε οι Πατέρες, «ο νους βρει την καρδιά, βρίσκει τον Θεό». Τότε ξεκινά η αποκατάσταση της ενότητας του ανθρώπου και η θεραπεία της ύπαρξής του. Και μαζί με αυτή την ενότητα, ξαναβρίσκεται και η αληθινή γνώση. 

 

Η ΑΓΝΟΙΑ ΩΣ ΒΑΘΥΤΕΡΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

Η πέμπτη ενότητα δείχνει με έντονο τρόπο πόσο σοβαρή είναι η άγνοια του Θεού στην πατερική παράδοση. Δεν πρόκειται για απλή έλλειψη γνώσεων ή πληροφοριών, αλλά για μια βαθιά υπαρξιακή κατάσταση σκοτισμού, που αποξενώνει τον άνθρωπο από τον Θεό, από την αλήθεια και τελικά από τον ίδιο του τον εαυτό. Η άγνοια αυτή δεν είναι ουδέτερη· είναι η ρίζα όλων των παθών, το σκοτάδι μέσα στο οποίο γεννιούνται η πλάνη, η σύγχυση και η αποσύνθεση της ψυχής. 

 

Ο Άγιος Μάρκος ο Ερημίτης αποκαλεί την άγνοια «μητέρα όλων των κακών», και ο Άγιος Νικήτας Στηθάτος την παρομοιάζει με ένα πυκνό σκοτάδι που δεν βλέπεται μόνο, αλλά σχεδόν «ψηλαφείται». Πρόκειται για μια πνευματική κατάσταση όπου η ψυχή χάνει την ικανότητά της να σκέφτεται σωστά, να βλέπει καθαρά, να διακρίνει την αλήθεια. Ο άνθρωπος δεν λειτουργεί πλέον ως λογικό και θεοειδές ον, αλλά κυριαρχείται από τη σύγχυση, τη λύπη, την αδυναμία και τελικά την εσωτερική διάλυση. 

 

Η άγνοια αυτή, όταν ριζώσει μέσα στον άνθρωπο, τον οδηγεί σε κατάσταση πνευματικού θανάτου – σε έναν «άδη» όχι μελλοντικό, αλλά παρόντα. Και η θεραπεία της δεν έρχεται με περισσότερη φιλοσοφία ή μόρφωση, αλλά μόνο με τη χάρη του Θεού και την αποκατάσταση της σχέσης του ανθρώπου με Εκείνον. Όταν η ψυχή αρχίσει να θυμάται τον Θεό, να προσεύχεται και να ζει πνευματικά, τότε το σκοτάδι αρχίζει να διαλύεται και η άγνοια να αντικαθίσταται από την αληθινή γνώση — μια γνώση που θεραπεύει και φωτίζει. 

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ – Η ΓΝΩΣΗ ΩΣ ΚΑΡΠΟΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

 Ο επίλογος συνοψίζει το βαθύτερο μήνυμα της ομιλίας: η αμαρτία δεν κατέστρεψε απλώς τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό σε ηθικό επίπεδο, αλλά διατάραξε και τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος γνωρίζει τον κόσμο και τον εαυτό του. Η αληθινή γνώση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα σκέψης ή παρατήρησης, αλλά καρπός πνευματικής υγείας, δηλαδή ενότητας του νου και της καρδιάς μέσα στη σχέση με τον Θεό. Όταν αυτή η ενότητα χάνεται, η γνώση γίνεται επιφανειακή, εγωιστική και αποσπασματική, χωρίς να οδηγεί στην αλήθεια. 

 

Η Εκκλησία δεν βλέπει τη θεραπεία αυτής της κατάστασης ως υπόθεση διανοητικής προσπάθειας ή ηθικού αυτοελέγχου, αλλά ως καρπό της Χάριτος του Θεού. Η προσευχή, η ησυχία, η κάθαρση του νου και η επιστροφή στη μνήμη του Θεού επαναφέρουν τον άνθρωπο στην αληθινή γνώση. Όχι σε γνώση γενικών αληθειών, αλλά σε γνώση που φωτίζει, ενώνει και σώζει· γνώση που αναγεννά τον άνθρωπο εσωτερικά και τον οδηγεί στην ενότητα με τον Δημιουργό και με τον ίδιο του τον εαυτό. 

 

Μέσα στον καταιγισμό της πληροφορίας και της σύγχυσης της εποχής μας, η πατερική διδασκαλία μάς υπενθυμίζει πως η πιο αναγκαία γνώση είναι αυτή που πηγάζει από την καρδιά που έχει βρει τον Θεό. Μόνο αυτή η γνώση οδηγεί στην αλήθεια, στην ελευθερία και στη σωτηρία.

Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

25. Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ)


 1. Εισαγωγή – Μπορεί η επιθυμία να αλλάξει;
Πολλές φορές πιστεύουμε πως αυτά που επιθυμούμε είναι μόνιμα, ταυτισμένα με τη φύση μας. Σκεφτόμαστε: «Έτσι είμαι, έτσι λειτουργώ, δεν αλλάζω». Αυτή η πεποίθηση γεννά απελπισία και εφησυχασμό, γιατί υπονοεί πως ο άνθρωπος δεν έχει τη δυνατότητα να στραφεί σε κάτι διαφορετικό, να επιθυμήσει κάτι ανώτερο ή πιο αληθινό. Η Εκκλησία όμως μάς διδάσκει κάτι τελείως διαφορετικό.
 
Η επιθυμία δεν είναι μια δύναμη που δεν αλλάζει, αλλά μια λειτουργία της ψυχής που επηρεάζεται και διαμορφώνεται ανάλογα με το τι βλέπουμε, τι ακούμε, τι ζούμε. Αν ο άνθρωπος γεμίζει την καρδιά του με ψεύτικες εικόνες και λόγια, θα ποθήσει και ψεύτικες χαρές. Αν όμως στραφεί στην αλήθεια και τη Χάρη του Θεού, η ίδια του η καρδιά αρχίζει να αλλάζει. Όχι με καταναγκασμό, αλλά με εσωτερική αλλοίωση. Όχι γιατί πιέστηκε να ξεχάσει κάτι, αλλά γιατί γνώρισε κάτι ανώτερο.
 
Η Εκκλησία δεν λέει στον άνθρωπο να μην επιθυμεί· του λέει να μάθει να επιθυμεί σωστά. Να στραφεί από το απατηλό στο αληθινό, από το πρόσκαιρο στο αιώνιο. Η θεραπεία της επιθυμίας δεν είναι εξάλειψη, αλλά μεταμόρφωση. Και αυτή τη θεραπεία η Εκκλησία τη βιώνει ως καθημερινή εμπειρία όσων πίστεψαν ότι μπορούν να αλλάξουν – όχι από δύναμη, αλλά από παράδοση της καρδιάς στον Θεό.
 
 
2. Η Εκκλησία δεν καταργεί την επιθυμία – τη μεταστρέφει
Ένα συχνό παράπονο των ανθρώπων είναι ότι η Εκκλησία περιορίζει τη χαρά, στερεί την απόλαυση και καταπιέζει την επιθυμία. Αυτή η εντύπωση όμως προέρχεται από μια παρανόηση. Αν ο Θεός ήθελε να ζούμε χωρίς επιθυμία, χωρίς ηδονή, χωρίς χαρά, δεν θα μας είχε δημιουργήσει με αυτά τα στοιχεία. Η επιθυμία είναι δώρο· η κατεύθυνσή της είναι το πρόβλημα.
 
Η Εκκλησία δεν απορρίπτει την επιθυμία, ούτε τη χαρά. Τις προσανατολίζει. Δεν λέει «μη θέλεις τίποτα», αλλά «μάθε να θέλεις ό,τι δεν θα σε πληγώσει ή δε θα σου αφήσει μια αίσθηση κενού μετά». Δεν απαγορεύει την ηδονή, αλλά προειδοποιεί να μην τη θεοποιήσουμε. Όταν η χαρά γίνει αυτοσκοπός, ο άνθρωπος χάνει τον προσανατολισμό του. Αντί να ζει, εξαρτάται. Αντί να ελευθερώνεται, δένεται με ό,τι τον ερεθίζει εξωτερικά.
 
Η ασκητική ζωή δεν είναι αποχή από τη ζωή, αλλά τρόπος θεραπείας της καρδιάς. Οι Πατέρες δεν μισούν την επιθυμία· τη θεωρούν κινητήρια δύναμη του ανθρώπου προς τον Θεό. Γι’ αυτό και ο αγώνας δεν είναι για να σβήσει η επιθυμία, αλλά για να φωτιστεί και να καθαριστεί. Να στραφεί από το πρόσκαιρο στο ουσιώδες. Τότε η καρδιά γαληνεύει, και η χαρά παύει να εξαρτάται από εξωτερικά ερεθίσματα.
 
 
3. Η μετάνοια ως νέα αρχή της επιθυμίας
Η μετάνοια δεν είναι ένας απλός ηθικός όρος. Δεν είναι μόνο τύψεις και ενοχές. Είναι η στιγμή που η καρδιά αντιλαμβάνεται ότι όλα όσα επιθυμούσε δεν την χόρτασαν. Είναι η εσωτερική στροφή του ανθρώπου προς έναν νέο ορίζοντα· όχι θεωρητικά, αλλά υπαρξιακά. Δεν μετανοώ απλώς επειδή έκανα κάτι κακό, αλλά επειδή ποθώ κάτι άλλο πλέον.
 
Η μετάνοια αποκαλύπτει το κενό. Είναι η στιγμή που δεν δικαιολογούμαι πια, αλλά αναγνωρίζω ότι έψαχνα πληρότητα εκεί που δεν υπήρχε. Μέσα από τη μετάνοια, η επιθυμία αρχίζει να καθαρίζεται. Παύει να τρέχει από ηδονή σε ηδονή, και στρέφεται προς τον Χριστό. Όχι από καταναγκασμό, αλλά γιατί Τον αναζητά ως χαμένη πληρότητα.
 
Στην πατερική θεολογία, η μετάνοια δεν είναι αλλαγή συμπεριφοράς, αλλά αλλαγή νου. Είναι νέα θεώρηση, νέος τρόπος ύπαρξης. Ο άνθρωπος που αρχίζει να ποθεί τον Θεό δεν είναι τέλειος· είναι απλώς ειλικρινής. Και εκεί, στην απλή φράση «Κύριε, δεν ξέρω να Σε επιθυμώ, αλλά Θέλω να Σε επιθυμήσω», αρχίζει η θεραπεία.
 
 
 4. Τα Μυστήρια ως θεραπευτικά μέσα της επιθυμίας
 Η Εκκλησία δεν θεραπεύει μόνο με συμβουλές ή μεθόδους. Θεραπεύει με τη Χάρη του Θεού, η οποία προσφέρεται απτά, υπαρξιακά, μέσα από τα Μυστήρια. Το Βάπτισμα δεν είναι μόνο καθαρισμός από την αμαρτία· είναι νέα γέννηση. Δίνει στον άνθρωπο άλλη ρίζα· δεν είναι πλέον υποχρεωμένος να κυνηγά το ψεύτικο, αλλά έχει μέσα του την δυνατότητα να ποθεί το θείο.
 
Το Χρίσμα έρχεται να ενδυναμώσει αυτή τη νέα ύπαρξη με το Άγιο Πνεύμα. Δεν είναι απλώς μια σφραγίδα· είναι δύναμη φωτισμού, κατεύθυνσης, αναγέννησης. Η επιθυμία πλέον δεν στηρίζεται μόνο σε ανθρώπινη προσπάθεια, αλλά φωτίζεται από το Πνεύμα. Και όταν σκοτεινιάζει ξανά, έρχεται η Εξομολόγηση. Όχι για να μας επιπλήξει, αλλά για να καθαρίσει τα «θέλω» μας και να τα στρέψει ξανά προς το φως.
 
Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι κάποια υποχρεωτική τελετή. Είναι το βίωμα της πλήρους ένωσης με τον Χριστό. Όταν κοινωνούμε με επίγνωση και ταπείνωση, η ψυχή αναπαύεται, η επιθυμία παύει να περιπλανιέται. Και το Ευχέλαιο, τέλος, αγγίζει την καρδιά ακόμη κι όταν ο πόνος είναι σωματικός. Γιατί συχνά πίσω από το σώμα, υποφέρει η ψυχή. Όλα τα Μυστήρια είναι θεϊκές επεμβάσεις που θεραπεύουν το βαθύτερο είναι μας.
 
 
5. Πρακτικές μορφές θεραπείας της επιθυμίας
Η επιθυμία εκδηλώνεται στην καθημερινή ζωή με πολύπλοκους τρόπους: ανάγκη για αποδοχή, εξάρτηση, φόβος απώλειας, επιθυμία ιδανικής εικόνας προς τα έξω. Η Εκκλησία προσφέρει πρακτικές θεραπείες. Όταν επιθυμώ την αγάπη για να γεμίσω το εσωτερικό μου κενό, πληγώνομαι. Αντί να απαιτώ, η Εκκλησία μου μαθαίνει να αγαπώ πρώτος· χωρίς ανταπόδοση.
 
Η ανάγκη για χαρά θεραπεύεται όχι με περισσότερες απολαύσεις, αλλά με την ευχαριστία. Όταν λέω «Δόξα τω Θεώ» για ό,τι έχω, αρχίζω να ζω πιο ελεύθερα. Η σιωπή και η προσευχή θεραπεύουν τον εσωτερικό θόρυβο, ενώ η εμπιστοσύνη διαλύει τον έλεγχο που προσπαθώ να ασκήσω παντού. Το να αποδεχθώ τον εαυτό μου όπως τον δέχεται ο Χριστός, λυτρώνει από την ανάγκη για τέλεια εικόνα.
 
Όλα αυτά δεν είναι θεωρίες. Είναι καθημερινές ασκήσεις θεραπείας της καρδιάς. Η Εκκλησία δεν πολεμά την επιθυμία, αλλά τη φωτίζει. Δεν λέει στον άνθρωπο να πάψει να θέλει, αλλά να θελήσει τον Θεό – και τότε όλα τα άλλα θα μπουν στη θέση τους.
 
 
6. Η ζωή της Εκκλησίας ως σχολείο επιθυμίας.
Η Εκκλησία δεν είναι ένας οργανισμός που θέτει κανόνες καλής συμπεριφοράς. Είναι σχολείο ζωής, που διδάσκει τον άνθρωπο πώς να ποθεί ξανά σωστά. Γιατί η επιθυμία είναι βαθύτερη από τη σκέψη· αν δεν καθαρθεί, καμία λογική επιχειρηματολογία δεν την αλλάζει. Οι άγιοι δεν ήταν άβουλα πλάσματα· ήταν άνθρωποι με ισχυρή επιθυμία που την προσέφεραν ολοκληρωτικά στον Θεό.
 
Η ζωή της Εκκλησίας με τις ακολουθίες, τη νηστεία, την προσευχή και τη μετάνοια, βοηθάει τη καρδιά να ξαθαριστεί. Δεν χρειάζεται ο άνθρωπος να είναι τέλειος· χρειάζεται να είναι μαθητής. Όσο παραμένει εντός της Εκκλησίας, ακόμη και οι πτώσεις γίνονται δρόμος θεραπείας. 
 
Η παρουσία αγίων και πνευματικών ανθρώπων, της ενορίας αλλά και του προσωπικού αγώνα γεννά μέσα μας την επιθυμία για κάτι ανώτερο. Η Εκκλησία δεν περιμένει να έρθουμε "καθαροί" για να μας δεχτεί· αντιθέτως αυτή είναι που μας καθαρίζει. Δεν περιμένει την τελειότητα· αγκαλιάζει την ειλικρίνεια. Και δείχνει πως ακόμη και η πιο μπερδεμένη επιθυμία μπορεί να βρει το δρόμο της προς τον Θεό. 
 
 
7. Συμπέρασμα – Μια νέα αρχή για την επιθυμία μας
Η καρδιά του ανθρώπου δεν είναι φτιαγμένη για να "μη θέλει". Κάτι θα επιθυμεί πάντα. Το ερώτημα δεν είναι «αν» αλλά «τι» επιθυμούμε. Ο κόσμος μας μαθαίνει να ποθούμε το πρόσκαιρο· η Εκκλησία μας μαθαίνει να ποθούμε το αιώνιο. Και δεν το κάνει πιεστικά, αλλά με τρυφερότητα. Δεν ζητά τελειότητα, αλλά προθυμία και αγώνα.
 
Όταν δώσουμε στον Χριστό την επιθυμία μας όπως είναι – πληγωμένη, μπερδεμένη, σκλαβωμένη – Εκείνος δεν την απορρίπτει. Τη φωτίζει. Τη θεραπεύει. Την μεταμορφώνει. Το μόνο που χρειάζεται είναι να Του πούμε: «Θέλω να Σε θελήσω». Από εκεί αρχίζει η θεραπεία, και αυτή η αρχή γίνεται κάθε φορά που κοινωνούμε, που εξομολογούμαστε, που προσευχόμαστε.
 
Η σωτηρία δεν είναι αποτέλεσμα δύναμης, αλλά επιμονής. Ο άνθρωπος που δεν εγκαταλείπει, βλέπει την επιθυμία του να αλλάζει. Από εξάρτηση γίνεται έρωτας θεϊκός. Από φόβος, γίνεται εμπιστοσύνη. Και τότε η ψυχή γεύεται την ηδονή του να επιθυμεί μόνο τον Θεό. Αυτή είναι η αρχή της Βασιλείας.
 
 
 
 
 
 

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

ΛΙΣΤΑ ΟΜΙΛΙΩΝ ΣΤΗΝ "ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ"


 

Σας παραθέτω με τη σειρα τη λίστα των ομιλιών πάνω στη θεραπευτική της Εκκλησίας μας για να μη χάνεστε! 


ΟΜΙΛΙΑ 1Η:  Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΧΩΡΟΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΘΑ 

(ΒΙΝΤΕΟ)  (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ)

 

ΟΜΙΛΙΑ 2Η: ΤΕΛΙΚΑ ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ; ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ (ΒΙΝΤΕΟ)  (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ


ΟΜΙΛΙΑ 3Η: ΤΕΛΙΚΑ, ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΨΥΧΗ; (ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΗ ΨΥΧΗ ΜΑΣ) 

(ΒΙΝΤΕΟ) (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ)

 

ΟΜΙΛΙΑ 4Η: Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ 

(ΒΙΝΤΕΟ)  (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ)

 

ΟΜΙΛΙΑ 5Η: Ο ΝΟΥΣ - ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΟΛΗ Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΜΑΣ; 

(ΒΙΝΤΕΟ)   (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ)


ΟΜΙΛΙΑ 6Η: Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 

(ΒΙΝΤΕΟ)   (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ)


ΟΜΙΛΙΑ 7Η: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ 

(ΒΙΝΤΕΟ)   (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ


ΟΜΙΛΙΑ 8Η: Η ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΠΤΩΣΗ (ΒΙΝΤΕΟ) (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ)

 

ΟΜΙΛΙΑ 9Η: ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ "ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ" 

(ΒΙΝΤΕΟ) (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ

 

ΟΜΙΛΙΑ 10Η: Η ΠΡΩΤΗ ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΝΟΣΗΜΑΤΩΝ - ΤΟ ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ (ΒΙΝΤΕΟ)  (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ)

 

ΟΜΙΛΙΑ 11Η: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΩΣ ΙΑΤΡΟΣ -Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ 

(ΒΙΝΤΕΟ) (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ) 


ΟΜΙΛΙΑ 12Η: Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΕΡΑΠΕΥΕΙ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ  

(ΒΙΝΤΕΟ) (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ) 


ΟΜΙΛΙΑ 13Η: ΓΙΑΤΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΔΕ "ΧΟΡΤΑΙΝΕΙ" ΠΟΤΕ; - Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ 

(ΒΙΝΤΕΟ) (ΣΥΝΟΨΗ ΟΜΙΛΙΑΣ)


ΕΠΟΜΕΝΗ ΟΜΙΛΙΑ:  ΚΥΡΙΑΚΗ 23/11/2025

ΟΜΙΛΙΑ 14Η: Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ  ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ 

 

(Συνεχίζεται....)


24. ΓΙΑΤΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ ΔΕ "ΧΟΡΤΑΙΝΕΙ "ΠΟΤΕ"; (Η ΠΑΘΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ)

ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΨΗ  

Η ομιλία αυτή προσπαθεί να φωτίσει τι είναι στην πραγματικότητα η επιθυμία και πώς συνδέεται με τον Θεό. Δεν ξεκινά από θεωρίες, αλλά από την εμπειρία μας: όλοι νιώθουμε μέσα μας μια δυνατή κίνηση – θέλουμε να πετύχουμε, να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, να χαρούμε, να ζήσουμε «πλήρως». Κι όμως, όσο κι αν κυνηγάμε απολαύσεις και εμπειρίες, συχνά μένει ένα κενό. Η Εκκλησία δεν κατηγορεί αυτή τη δύναμη, αλλά λέει κάτι τολμηρό: ότι η επιθυμία είναι θεόσδοτο δώρο, δοσμένο για να πορευόμαστε προς τον ίδιο τον Θεό. Το πρόβλημα δεν είναι ότι επιθυμούμε, αλλά ότι, μετά την πτώση, η επιθυμία έχασε τον φυσικό της προσανατολισμό και στράφηκε στα κτιστά πράγματα, τα οποία δεν μπορούν να μας προσφέρουν αληθινή και μόνιμη πληρότητα.

 
Μέσα από την πατερική διδασκαλία παρουσιάζεται η αρχική, υγιής κατάσταση του ανθρώπου στον Παράδεισο, όπου η επιθυμία και η ηδονή ήταν ενωμένες με τη Χάρη και γίνονταν χαρά κοινωνίας με τον Θεό. Στη συνέχεια φαίνεται πώς, με την πτώση, η επιθυμία διαστράφηκε, έγινε αχόρταγη και η ηδονή έγινε αυτοσκοπός, γεννώντας τα πάθη και μια βαθιά εσωτερική κούραση. Περιγράφονται οι καθημερινές μορφές αυτής της διαστροφής – στις σχέσεις, στην αναζήτηση της χαράς, στην ανάγκη για επιβεβαίωση και έλεγχο – όχι για να κατηγορηθεί ο άνθρωπος, αλλά για να φανεί η πραγματική πνευματική πληγή.
 
Τελικά, η ομιλία τονίζει ότι η λύση δεν είναι να «κόψουμε» την επιθυμία, αλλά να τη θεραπεύσουμε και να τη μεταστρέψουμε. Η Εκκλησία παρουσιάζεται ως χώρος θεραπείας της καρδιάς, όπου, μέσα από τη μετάνοια και τα Μυστήρια, η επιθυμία ξαναβρίσκει τον αληθινό της στόχο: να ποθεί τον Χριστό και σε Αυτόν να βρίσκει την πνευματική ηδονή, τη χαρά της σχέσης και της ζωής μαζί Του. Έτσι, η Ορθοδοξία δεν εμφανίζεται ως άρνηση της χαράς, αλλά ως ο δρόμος για τη βαθύτερη, αληθινή χαρά που δεν τελειώνει. 
 
 

 
 
ΣΥΝΟΨΗ ΤΗΣ ΟΜΙΛΙΑΣ ΑΝΑ ΕΝΌΤΗΤΑ 
 
ΕΙΣΑΓΩΓΗ – ΠΟΥ ΣΤΡΕΦΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΜΑΣ;
 Η επιθυμία βρίσκεται πίσω από σχεδόν κάθε μας κίνηση: θέλουμε να πετύχουμε, να μας αγαπούν, να περνάμε καλά, να μη χάσουμε καμία ευκαιρία. Κι όμως, όσο κι αν τρέχουμε πίσω από απολαύσεις και εμπειρίες, συχνά μένει μέσα μας ένα κενό, μια κούραση και μια απογοήτευση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι επιθυμούμε, αλλά προς τα πού στρέφεται η επιθυμία μας: προς τη ζωή ή προς την πλάνη; Ο σύγχρονος πολιτισμός μάς λέει «κάνε ό,τι νιώθεις» και υπόσχεται ευτυχία μέσα από την ηδονή. Όμως η καρδιά μας φαίνεται να διψά για κάτι βαθύτερο, για μια αγάπη και μια ζωή που δεν τελειώνουν. Η Εκκλησία δεν καταδικάζει την επιθυμία· τη βλέπει ως θεόσδοτη δύναμη που δόθηκε για να πορεύεται ο άνθρωπος προς τον Θεό. Μετά την πτώση όμως, η επιθυμία έχασε τον φυσικό προσανατολισμό της, σκορπίστηκε σε χίλια πράγματα που δεν μπορούν να μας γεμίσουν, και έτσι όσο κι αν απολαμβάνουμε, κάτι μέσα μας μένει ανικανοποίητο. Στόχος της ομιλίας είναι να φανεί ότι η επιθυμία είναι κλήση σε σχέση με τον Θεό και ότι, όταν θεραπευθεί, η ηδονή γίνεται χαρά κοινωνίας μαζί Του, με βάση τον λόγο των Πατέρων και την καθημερινή εμπειρία. 
 
 
2. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΩΣ ΘΕΟΣΔΟΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ 
Η επιθυμία ανήκει στη δομή της ψυχής, δεν είναι ξένο πάθος ούτε κάτι που μπήκε αργότερα στη ζωή του ανθρώπου. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με νου, καρδιά, βούληση και επιθυμία, ώστε να ποθεί τον ίδιο τον Θεό. Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τονίζει ότι η επιθυμία είναι θεόσδοτη ενέργεια με φυσικό προσανατολισμό προς την πληρότητα και την αιώνια ζωή, δηλαδή προς τον Θεό. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής εξηγεί ότι επιθυμούμε αυτό που θεωρούμε καλό· αν το καλό το βλέπουμε στον Θεό, όλη η ύπαρξη πορεύεται προς Εκείνον, αν όμως σκοτιστεί ο νους, η επιθυμία προσκολλάται σε κτιστά πράγματα. Έτσι, η επιθυμία δεν είναι κακή, αλλά χρειάζεται φωτισμό και καθοδήγηση. Το ίδιο ισχύει και για την ηδονή: ο άνθρωπος πλάστηκε για να χαίρεται. Στην αρχική κατάσταση, η χαρά ήταν πνευματική: γλυκύτητα σχέσης με τον Θεό, ειρήνη υπακοής, ανάπαυση καθαρής συνείδησης. Δεν υπήρχε πάθος ούτε εσωτερική διαίρεση. Η «κατά φύση» ηδονή ανέβαζε τον άνθρωπο προς τον Θεό και αποτελούσε καρπό της εν Χάριτι ζωής. Αυτό είναι το μέτρο στο οποίο καλούμαστε να επιστρέψουμε.
 
 
3. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ – ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΚΑΙ ΗΔΟΝΗ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
 Στον Παράδεισο βλέπουμε τον άνθρωπο στην υγιή του κατάσταση, με όλες τις δυνάμεις του σε αρμονία. Ο Αδάμ είχε αγάπη, πόθο, χαρά, αλλά όλα ήταν στραμμένα στον Θεό. Η επιθυμία του δεν διασκορπιζόταν σε κτίσματα, αλλά ήταν ενωμένη, σταθερά προσανατολισμένη στον Δημιουργό. Η ηδονή του ήταν πνευματική: βαθύτατη χαρά και γλυκύτητα από την κοινωνία με τον Θεό, όχι απλώς σωματική απόλαυση. Οι Πατέρες μιλούν για πνευματική ηδονή, την οποία γεύεται η ψυχή όταν ζει μέσα στη Χάρη. Ο άνθρωπος ήταν εσωτερικά ενωμένος: νους, καρδιά, θέληση και σώμα λειτουργούσαν ως ένα. Η επιθυμία ήταν γέφυρα προς τον Θεό, όχι δύναμη που τον τραβούσε δεξιά κι αριστερά. Τα κτιστά αγαθά τα ζούσε ως δώρα του Θεού, με ευχαριστία, όχι ως υποκατάστατα που γεμίζουν κάποιο κενό. Η ηδονή γεννούσε ευγνωμοσύνη και προσευχή, όχι εξάρτηση. Αυτή η κατάσταση πνευματικής πληρότητας και απλότητας της Χάρης χάθηκε με την πτώση, όταν η επιθυμία και η ηδονή στράφηκαν σε λάθος πηγές.
 
 
4. Η ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ
Η πτώση δεν είναι απλώς παράβαση μιας εντολής, αλλά αλλοίωση του προσανατολισμού της καρδιάς. Ο άνθρωπος, αντί να επιθυμεί τον Θεό μέσα από τη σχέση, δέχθηκε τον πειρασμό να γίνει θεός μόνος του, με αυτονομία. Ο διάβολος δεν πρότεινε «να γίνει κακός», αλλά να βρει τη χαρά χωρίς τον Θεό. Έτσι, η επιθυμία, που ήταν γέφυρα προς τον Θεό, στράφηκε στα αισθητά. Η πνευματική ηδονή αντικαταστάθηκε από τη σωματική, η χαρά της σχέσης από την απόλαυση της ύλης. Η δύναμη της επιθυμίας έμεινε, αλλά άλλαξε αντικείμενο και στόχο: ο άνθρωπος συνέχισε να ποθεί, όμως ποθούσε πράγματα που δεν μπορούν να γεμίσουν την καρδιά. Γι’ αυτό η ψυχή γίνεται σαν κενό που ζητεί διαρκώς πληρότητα και δεν τη βρίσκει. Ο άγιος Μάξιμος επισημαίνει ότι τα πάθη γεννιούνται όχι επειδή επιθυμούμε, αλλά επειδή επιθυμούμε λάθος πράγματα. Αν η καρδιά δεν γεμίσει από τον Θεό, θα γεμίσει με υποκατάστατα: σαρκικές απολαύσεις, ομορφιά, δύναμη, χρήμα, εξουσία, αναγνώριση. Η χαρά χωρίς Θεό καταλήγει σε ψεύτικη ηδονή που αφήνει πίσω της ερημιά. Από εδώ αρχίζει η διαστροφή της ηδονής και η γέννηση των παθών, τα οποία η Εκκλησία καλείται να θεραπεύσει, επαναφέροντας την επιθυμία στον φυσικό της προορισμό. 
 
 
5. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΗ – Η ΗΔΟΝΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟΣΚΟΠΟΣ  
Αποκομμένη από τον Θεό και από τον φωτισμένο νου, η επιθυμία χάνει το μέτρο και γίνεται παραμορφωμένη, αχόρταγη, πλανεμένη. Η ηδονή παύει να είναι καρπός υγιούς ζωής και γίνεται ο ίδιος ο σκοπός της ζωής. Ο άνθρωπος δεν ζει για να αγαπήσει, αλλά για να ευχαριστηθεί· δεν προσφέρει για να κοινωνήσει, αλλά για να πάρει πίσω. Έτσι, οι σχέσεις γίνονται εργαλεία ικανοποίησης και, όταν δεν μας γεμίζουν, γεννιούνται θυμός και απογοήτευση. Το πάθος χαρακτηρίζεται από το ότι δεν χορταίνει ποτέ: όσο το τρέφεις, τόσο μεγαλώνει. Η ψυχή, όταν δεν ποθεί τον Θεό, ποθεί τα υποκατάστατά Του, και κάθε ηδονή χωρίς αρετή και Χάρη καταλήγει σε οδύνη. Ο άνθρωπος που έχει κάνει θεό την ηδονή χάνει την ελευθερία του, οργανώνει τη ζωή του γύρω από την κατανάλωση, την επιβεβαίωση, την εικόνα, και στο τέλος μένει μόνος και άδειος. Ο σύγχρονος κόσμος παρουσιάζει αυτή την κατάσταση ως δικαίωμα και ελευθερία, αλλά στην πραγματικότητα η ψυχή δεν φτιάχτηκε για υποκατάστατα· φτιάχτηκε για τον Θεό. Η Εκκλησία δεν καταργεί την επιθυμία και την ηδονή· τις αποκαθιστά και τις θεραπεύει. 
 
 
6. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ
Η διαστροφή της επιθυμίας δεν εμφανίζεται στη ζωή μας ως κάτι «τρομακτικά κακό», αλλά συχνά ως κάτι απολύτως φυσιολογικό. Η ανάγκη να αγαπηθούμε, για παράδειγμα, μπορεί να γίνει προσκόλληση και εξάρτηση: αντί να αγαπάμε πραγματικά, στηριζόμαστε στον άλλον για να μας γεμίσει· και όταν αυτό δε γίνεται φέρνει ζήλια, έλεγχο και πόνο. Η θεμιτή ανάγκη για χαρά μετατρέπεται σε κυνήγι διαρκούς απόλαυσης μέσω φαγητού, διασκέδασης, εικόνων, εμπειριών, που τελικά αυξάνουν την εσωτερική κούραση. Η επιθυμία για πληρότητα γίνεται ανάγκη για έλεγχο πάνω στους ανθρώπους και στις καταστάσεις, με αποτέλεσμα σκληρότητα και εσωτερική ένταση. Η ανάγκη για αποδοχή καταλήγει σε λατρεία της εικόνας: φτιάχνουμε ένα «πρόσωπο» για να φαινόμαστε επιτυχημένοι και φοβόμαστε να φανούμε αληθινοί. Τέλος, η επιθυμία για ζωή γίνεται αγωνία θανάτου· αποφεύγουμε τη σιωπή και την αυτογνωσία, γιατί θα αποκαλυφθεί το εσωτερικό κενό. Όλες αυτές οι καταστάσεις δεν είναι απλά ηθικά σφάλματα, αλλά ασθένειες της καρδιάς που μάς στερούν την ειρήνη και τη χαρά. Η Εκκλησία δεν έρχεται να μας μαλώσει επειδή επιθυμούμε, αλλά να μας δείξει ότι η επιθυμία έχει στρεβλωθεί και ότι, με τη Χάρη του Θεού, μπορεί να επανέλθει στην αληθινή της πορεία. 
 
 
7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ – Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΔΕΝ ΚΟΒΕΤΑΙ, ΘΕΡΑΠΕΥΕΤΑΙ 
Στο τέλος, το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η επιθυμία δεν αποτελεί πρόβλημα από μόνη της· είναι δώρο του Θεού. Το πρόβλημα είναι ο λανθασμένος προσανατολισμός της μετά την πτώση. Όταν ο Θεός βρίσκεται στο κέντρο, όλα τα άλλα μπαίνουν στη θέση τους· όταν Εκείνος βγει από το κέντρο, η επιθυμία διασπάται και γίνεται δουλεία στα πάθη, ενώ η ηδονή χωρίς Χάρη οδηγεί στην οδύνη και στο κενό. Η Εκκλησία δεν προσφέρει απλώς κανόνες «επιτρέπεται – απαγορεύεται», αλλά είναι χώρος θεραπείας. Η απάντησή της στην πληγωμένη επιθυμία είναι ο ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος παίρνει πάνω Του τη δίψα και την κούρασή μας και ανοίγει ξανά τον δρόμο προς την αληθινή ζωή. Δεν μας καλεί να κόψουμε την επιθυμία, αλλά να την εμπιστευθούμε σε Εκείνον όπως είναι και να ζητήσουμε να τη φωτίσει και να τη μεταμορφώσει. Στις επόμενες ομιλίες θα φανεί πώς, μέσα από τη μετάνοια και τα Μυστήρια, η καρδιά σταδιακά μαθαίνει να διψά για τον Θεό και όχι για τις ψεύτικες ηδονές. Η Ορθοδοξία δεν είναι άρνηση της ζωής, αλλά επανεύρεση της αληθινής ζωής: όχι κατάργηση της επιθυμίας, αλλά μεταμόρφωσή της σε προσευχή, αγάπη και Χάρη – μια εμπειρία ανοιχτή σε κάθε άνθρωπο που τολμά να πει: «Κύριε, πάρε Εσύ την επιθυμία μου και δείξε μου τον δρόμο».
 

29. Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ: ΠΩΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΥ ΝΗΦΑΛΙΟ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΟΡΥΒΟ

    Επειδή η 2η και 3η ομιλία του αφιερώματος στην εορτή των Χριστουγέννων είναι στην ουσία μία η οποία χωρίστηκε σε δύο λόγω της έκτασής τη...