Η ΑΦΡΟΣΥΝΗ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ I – ΥΠΝΟΣ, ΦΑΓΗΤΟ, ΣΚΕΠΑΣΜΑΤΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Όταν μιλάμε για πνευματική ζωή, συνήθως ο νους μας πηγαίνει σε μεγάλα θέματα: πίστη, αμαρτία, αρετή, μετάνοια. Σπάνια στεκόμαστε σε κάτι που θεωρούμε αυτονόητο και «αθώο»: στον ύπνο μας, στο φαγητό μας, στα σκεπάσματά μας. Κι όμως, ακριβώς εκεί, στα πιο απλά και καθημερινά, κρύβονται πολλές φορές οι βαθύτερες πνευματικές μας παγίδες.
Ο λόγος του Γέροντα δεν έρχεται να μας κατηγορήσει ούτε να μας κάνει να νιώσουμε ενοχές. Έρχεται να μας ξυπνήσει. Να μας δείξει πώς αυτό που ονομάζουμε ανάγκη μπορεί, χωρίς να το καταλάβουμε, να γίνει εξάρτηση, συνήθεια και τελικά σκλαβιά. Και πώς η πνευματική ζωή δεν κρίνεται μόνο στις μεγάλες αποφάσεις, αλλά κυρίως στον τρόπο που διαχειριζόμαστε τα πιο απλά πράγματα της ζωής μας.
1Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Τι εννοούμε όταν μιλάμε για «ανάγκες» στη ζωή μας; Είναι όλες ίδιες και αυτονόητες;
Όταν μιλάμε για ανάγκες, συνήθως εννοούμε πράγματα απολύτως βασικά: ύπνο, φαγητό, ξεκούραση, σκεπάσματα, δηλαδή όσα χρειάζεται το σώμα για να σταθεί και να λειτουργήσει. Αυτές οι ανάγκες δεν είναι κακές· ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο με σώμα και γνωρίζει ότι έχει όρια.
Η Εκκλησία δεν αρνείται τις ανάγκες ούτε ζητά από τον άνθρωπο να ζει σαν να μην είναι άνθρωπος. Αναγνωρίζει ότι χωρίς τροφή, χωρίς ύπνο και χωρίς στοιχειώδη προστασία, ο άνθρωπος εξαντλείται και διαλύεται.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν θεωρούμε τις ανάγκες μας αυτονόητο κέντρο της ζωής μας. Όταν παύουν να είναι μέσα για να ζούμε και γίνονται σκοπός, τότε αλλοιώνονται. Δεν λέμε πια «έχω ανάγκες», αλλά «δεν μπορώ χωρίς αυτές».
Και τότε οι ανάγκες παύουν να είναι φυσικές και αρχίζουν να μας εξουσιάζουν. Γίνονται απαιτήσεις, συνήθειες, όροι ευτυχίας. Εκεί ακριβώς αρχίζει αυτό που ο Γέροντας ονομάζει «αφροσύνη της ανάγκης»: όχι η ύπαρξη των αναγκών, αλλά η άκριτη, ανεξέλεγκτη και εγωκεντρική ικανοποίησή τους.
2Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Ποιος είναι ο ρόλος της «δοκιμής» στην πνευματική μας πορεία και γιατί ο Γέροντας μας προτρέπει να γίνουμε «ερευνητές» των ορίων μας;
Η πνευματική ζωή δεν είναι μια θεωρία που εφαρμόζεται μηχανικά, αλλά ένα ζωντανό πείραμα πάνω στον ίδιο μας τον εαυτό. Ο Γέροντας μας καλεί να μην αποδεχόμαστε παθητικά όσα το σώμα μας βαφτίζει «ανάγκες», αλλά να έχουμε το θάρρος να κάνουμε δοκιμές. Μας προτρέπει να αναρωτηθούμε: «Τι θα συμβεί αν απόψε κοιμηθώ λίγο λιγότερο; Τι θα αλλάξει αν αφαιρέσω ένα σκέπασμα ή αν στερηθώ μια μικρή γευστική απόλαυση;»
Αυτή η δοκιμή δεν γίνεται από εγωισμό ή για να ξεπεράσουμε τις ανθρώπινες αντοχές μας, αλλά για να ανακαλύψουμε την πραγματική μας ελευθερία. Είναι ένας τρόπος να δούμε αν η θέλησή μας είναι ακόμη ζωντανή ή αν έχει ναρκωθεί από την άνεση.
Μέσα από αυτές τις μικρές, καθημερινές δοκιμές, ο άνθρωπος σταματά να είναι δέσμιος των συνηθειών του. Όταν τολμάμε να πειραματιστούμε με τα όρια της ξεκούρασης ή του φαγητού μας, αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι πολλές από τις «ανάγκες» μας ήταν απλώς φόβοι μεταμφιεσμένοι σε βιολογική επιταγή.
Έτσι, η δοκιμή γίνεται ένα εργαλείο αυτογνωσίας. Μας αποκαλύπτει πού τελειώνει η πραγματική χρεία του σώματος και πού αρχίζει η πνευματική ραθυμία, επιτρέποντάς μας τελικά να προσφέρουμε στον Θεό όχι αυτό που μας περισσεύει, αλλά αυτό που με κόπο και επίγνωση επιλέγουμε να Του θυσιάσουμε.
3Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Πώς γίνεται κάτι απολύτως φυσικό, όπως ο ύπνος ή το φαγητό, να μετατραπεί σε πνευματικό πρόβλημα;
Ο ύπνος και το φαγητό, από τη φύση τους, είναι δώρα του Θεού. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτά και κανείς δεν του ζητά να τα αρνηθεί. Το πνευματικό πρόβλημα δεν γεννιέται από την ίδια την ανάγκη, αλλά από τον τρόπο που τη διαχειριζόμαστε.
Όταν αρχίζουμε να οργανώνουμε τη ζωή μας αποκλειστικά γύρω από το «να μην κουραστώ», «να μη στερηθώ», «να είμαι άνετα», τότε κάτι αλλάζει εσωτερικά. Το σώμα παύει να υπηρετεί την ψυχή και γίνεται ο απόλυτος ρυθμιστής της ζωής.
Τότε ο άνθρωπος δεν ρωτά πια τι τον ωφελεί πνευματικά, αλλά τι τον βολεύει. Αν κάτι τον κουράζει, το αποφεύγει· αν κάτι τον δυσκολεύει, το απορρίπτει. Έτσι, ο ύπνος και το φαγητό παύουν να είναι απλή φροντίδα και γίνονται κριτήριο αποφάσεων, μέτρο αλήθειας και τελικά μορφή εξουσίας πάνω στον άνθρωπο. Εκεί ακριβώς γεννιέται το πνευματικό πρόβλημα: όχι επειδή κοιμάμαι ή τρώω, αλλά επειδή δεν μπορώ πια να μην κοιμηθώ ή να μην φάω όταν χρειαστεί για κάτι ανώτερο.
4Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Γιατί ο Γέροντας μιλά για «αφροσύνη της ανάγκης» και όχι απλώς για υπερβολή;
Ο όρος «υπερβολή» συνήθως περιγράφει κάτι ποσοτικό: έφαγα παραπάνω, κοιμήθηκα περισσότερο, ζεστάθηκα πιο πολύ απ’ όσο χρειαζόταν. Ο Γέροντας όμως δεν στέκεται μόνο στο «πόσο», αλλά στο «πώς» και στο «γιατί».
Γι’ αυτό χρησιμοποιεί τη λέξη «αφροσύνη». Θέλει να δείξει ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς η κατάχρηση, αλλά η απώλεια πνευματικής διάκρισης, η σύγχυση του νου που δεν καταλαβαίνει πια τι είναι ανάγκη και τι είναι απαίτηση.
Η «αφροσύνη της ανάγκης» σημαίνει ότι ο άνθρωπος αρχίζει να ζει σαν να είναι φτιαγμένος μόνο για να ικανοποιεί το σώμα του. Αντί να χρησιμοποιεί τις ανάγκες ως μέσα για να υπηρετεί τον Θεό και τη ζωή, τις μετατρέπει σε σκοπό.
Έτσι, ενώ νομίζει ότι φροντίζει τον εαυτό του, στην πραγματικότητα τον εγκλωβίζει. Χάνει την ελευθερία του, γίνεται δούλος των συνηθειών του και δεν καταλαβαίνει ότι αυτό που ονομάζει «φυσικό» μπορεί να έχει γίνει βαθιά πνευματική πλάνη.
5Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στη φροντίδα του σώματος και στη λατρεία της άνεσης;
Η φροντίδα του σώματος είναι αναγκαία και ευλογημένη, γιατί το σώμα δεν είναι εχθρός της ψυχής αλλά συνεργάτης της. Το όριο αρχίζει να χάνεται όταν η φροντίδα μετατρέπεται σε μόνιμη έγνοια και η άνεση γίνεται αδιαπραγμάτευτος όρος ζωής. Όταν ο άνθρωπος δεν αντέχει ούτε ελάχιστη στέρηση, τότε δεν φροντίζει απλώς το σώμα του· το υπηρετεί. Και όταν υπηρετούμε κάτι, του παραχωρούμε εξουσία πάνω μας.
Η λατρεία της άνεσης φαίνεται κυρίως στις λεπτομέρειες: στο πόσο εύκολα δυσανασχετούμε, στο πόσο γρήγορα κουραζόμαστε, στο πόσο αμέσως ζητάμε ανακούφιση. Εκεί αποκαλύπτεται αν το σώμα είναι εργαλείο ή αφεντικό. Όταν το σώμα γίνεται κριτήριο για κάθε επιλογή, τότε η ψυχή σιωπά και ο άνθρωπος αρχίζει να ζει με γνώμονα το «να μην δυσκολευτώ». Αυτό όμως δεν είναι φροντίδα· είναι μια ήσυχη, καθημερινή μορφή σκλαβιάς.
6Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Τι αποκαλύπτει ο τρόπος που κοιμόμαστε, τρώμε και σκεπαζόμαστε για την εσωτερική μας κατάσταση;
Ο τρόπος που διαχειριζόμαστε τον ύπνο, το φαγητό και τα σκεπάσματά μας δεν είναι απλώς ζήτημα συνήθειας ή χαρακτήρα· είναι πνευματικός δείκτης. Μέσα σε αυτά τα απλά πράγματα φαίνεται πού βρίσκουμε παρηγοριά και ασφάλεια.
Αν η καρδιά μας αναπαύεται στον Θεό, μπορούμε να αντέξουμε μικρές ελλείψεις χωρίς εσωτερική αναστάτωση. Αν όμως δεν αντέχουμε την πείνα, το κρύο ή την κούραση, συχνά αυτό δείχνει ότι εσωτερικά είμαστε άδειοι, φοβισμένοι ή ανήσυχοι και αναζητούμε στήριγμα στο σώμα.
Πολλές φορές χρησιμοποιούμε τον ύπνο και το φαγητό όχι μόνο για ξεκούραση, αλλά για να σκεπάσουμε την κούραση της ψυχής. Όταν δεν αντέχουμε τη σιωπή, την εγρήγορση ή την εσωτερική ένταση, τρέχουμε εύκολα στην άνεση. Έτσι το σώμα γίνεται καταφύγιο και η ανάγκη γίνεται παρηγοριά. Αυτό όμως δείχνει ότι η ψυχή δεν βρίσκει ανάπαυση εκεί που πραγματικά χρειάζεται.
Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να προσέχει αυτά τα μικρά, αρχίζει να γνωρίζει τον εαυτό του. Δεν κρίνει, δεν κατηγορεί, αλλά παρατηρεί. Βλέπει πότε η ανάγκη είναι αληθινή και πότε είναι πρόσχημα. Και αυτή η παρατήρηση είναι το πρώτο βήμα θεραπείας. Γιατί εκεί που ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει την εσωτερική του κατάσταση χωρίς φόβο, ανοίγει σιγά-σιγά χώρος για τον Θεό να γίνει το αληθινό του στήριγμα.
7Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Γιατί ο άνθρωπος δυσκολεύεται τόσο πολύ να στερηθεί ακόμη και τα στοιχειώδη;
Ο άνθρωπος δεν δυσκολεύεται να στερηθεί επειδή είναι αδύναμος σωματικά, αλλά επειδή φοβάται εσωτερικά. Η στέρηση τον φέρνει αντιμέτωπο με τα όριά του, με την ανασφάλειά του, με την αίσθηση ότι δεν ελέγχει πλήρως τη ζωή του. Όταν λείπει η άνεση, κλονίζεται το ψεύτικο αίσθημα ασφάλειας που έχουμε χτίσει γύρω από το σώμα. Και τότε αποκαλύπτεται πόσο πολύ στηριζόμαστε σε αυτά που έχουμε και όχι στον Θεό.
Γι’ αυτό και ακόμη και η μικρή στέρηση μοιάζει δυσβάσταχτη. Δεν είναι τόσο η πείνα ή το κρύο που μας πονά, όσο το ότι χάνουμε τα στηρίγματά μας. Η ανάγκη μάς δένει γιατί γίνεται υποκατάστατο εμπιστοσύνης.
Όσο περισσότερο έχουμε μάθει να ηρεμούμε με την άνεση, τόσο λιγότερο αντέχουμε να μείνουμε εκτεθειμένοι. Έτσι η στέρηση δεν μας φαίνεται δρόμος ελευθερίας, αλλά απειλή — και αυτό αποκαλύπτει το βάθος της εσωτερικής μας εξάρτησης.
8Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Τι σημαίνει ότι οι ανάγκες μας εύκολα γίνονται συνήθεια – και γιατί η συνήθεια είναι μορφή σκλαβιάς;
Στην αρχή, οι ανάγκες μας έχουν λογική και μέτρο. Τρώμε γιατί πεινάμε, κοιμόμαστε γιατί κουραστήκαμε, σκεπαζόμαστε γιατί κρυώνουμε. Όμως, όσο επαναλαμβάνεται η ίδια ικανοποίηση χωρίς διάκριση, η ανάγκη παύει να ελέγχεται από τον άνθρωπο και αρχίζει να τον ελέγχει. Δεν ρωτάμε πια αν πραγματικά το χρειαζόμαστε· το κάνουμε αυτόματα. Έτσι γεννιέται η συνήθεια.
Η συνήθεια είναι επικίνδυνη γιατί λειτουργεί μηχανικά. Δεν περνά από τον νου, δεν περνά από την καρδιά, δεν περνά από την ελευθερία. Ο άνθρωπος δεν επιλέγει πια· απλώς επαναλαμβάνει. Δεν τρώει επειδή πεινά, αλλά επειδή «ήρθε η ώρα». Δεν κοιμάται επειδή εξαντλήθηκε, αλλά επειδή δεν αντέχει να μείνει ξύπνιος. Και όσο περισσότερο λειτουργεί έτσι, τόσο δυσκολότερα μπορεί να σταματήσει, ακόμη κι αν το θέλει.
Γι’ αυτό η συνήθεια είναι μορφή σκλαβιάς. Ο άνθρωπος νομίζει ότι ζει φυσιολογικά, ενώ στην πραγματικότητα δεν μπορεί να ζήσει αλλιώς. Δεν είναι ελεύθερος να στερηθεί, να αντέξει λίγο, να πει ένα συνειδητό «όχι». Οι ανάγκες, που ήταν για να υπηρετούν τη ζωή, γίνονται αφεντικά της. Και τότε η πνευματική ζωή ασφυκτιά, γιατί εκεί που κυβερνά η συνήθεια, δεν υπάρχει χώρος για ελευθερία, διάκριση και εμπιστοσύνη στον Θεό.
9Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Πώς ο χορτασμός του σώματος επηρεάζει τη νήψη, την προσευχή και τη σχέση με τον Θεό;
Ο χορτασμός του σώματος δεν επηρεάζει μόνο το σώμα, αλλά και ολόκληρο τον εσωτερικό άνθρωπο. Όταν το σώμα είναι διαρκώς γεμάτο, ξεκούραστο και άνετο, ο νους βαραίνει. Δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, να σταθεί, να προσέξει. Η καρδιά γίνεται νωθρή και η ψυχή χάνει τη λεπτότητά της. Δεν πρόκειται απλώς για σωματική κούραση, αλλά για μια εσωτερική χαλάρωση που κάνει τον άνθρωπο απρόθυμο για πνευματικό αγώνα.
Σε αυτή την κατάσταση, η προσευχή γίνεται δύσκολη. Ο άνθρωπος μπορεί να λέει λόγια, αλλά η καρδιά του δεν συμμετέχει. Δεν υπάρχει εγρήγορση, ούτε προσμονή του Θεού. Όταν όλα είναι χορτασμένα, δεν υπάρχει δίψα. Και χωρίς δίψα, δεν γεννιέται αληθινή προσευχή. Η ψυχή δεν φωνάζει, δεν ζητά, δεν περιμένει. Έτσι η σχέση με τον Θεό γίνεται τυπική, επιφανειακή ή και ανύπαρκτη, όχι από κακία, αλλά από εσωτερική υπνηλία.
Αντίθετα, η μικρή στέρηση ξυπνά τον άνθρωπο. Όταν το σώμα δεν έχει όλα όσα θέλει, η ψυχή αρχίζει να θυμάται ότι δεν ζει μόνο με υλικά στηρίγματα. Η πείνα, η κούραση, η απλότητα κάνουν χώρο μέσα μας για τον Θεό. Δεν Τον φέρνουν μηχανικά, αλλά μας κάνουν πιο δεκτικούς. Γι’ αυτό η Εκκλησία βλέπει τη νηστεία και τη λιτότητα όχι ως τιμωρία του σώματος, αλλά ως άνοιγμα της καρδιάς, ώστε η σχέση με τον Θεό να γίνει πιο ζωντανή και πιο αληθινή.
10Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Γιατί ο ύπνος χαρακτηρίζεται «τύραννος» της ψυχής και όχι απλώς ξεκούραση;
Ο ύπνος είναι φυσική ανάγκη και δώρο του Θεού. Χωρίς αυτόν ο άνθρωπος εξαντλείται σωματικά και ψυχικά. Όμως ο Γέροντας δεν στέκεται στον ύπνο ως ανάγκη, αλλά στον ύπνο ως εξουσία. Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να οργανώνει τη ζωή του με μοναδικό κριτήριο το πόσο θα κοιμηθεί και πόσο άνετα θα κοιμηθεί, τότε ο ύπνος παύει να είναι απλή ξεκούραση. Γίνεται αφεντικό, γίνεται όρος για να λειτουργήσει η ζωή, και έτσι αποκτά τυραννικό χαρακτήρα.
Η τυραννία του ύπνου φαίνεται κυρίως στο πώς ξυπνά ο άνθρωπος. Όταν δυσκολεύεται να σηκωθεί, όταν αναβάλλει, όταν βαριέται, όταν θυμώνει με το ξυπνητήρι ή με όποιον τον ξυπνά, τότε αποκαλύπτεται ότι ο ύπνος δεν τον υπηρετεί, αλλά τον κρατά δεμένο. Ο άνθρωπος γίνεται νωθρός, όχι μόνο στο σώμα αλλά και στην ψυχή. Χάνει την εγρήγορση, την ετοιμότητα, την πνευματική ζωντάνια. Ζει σαν να θέλει διαρκώς να επιστρέψει στο κρεβάτι του, όχι μόνο σωματικά αλλά και εσωτερικά.
Γι’ αυτό ο ύπνος, όταν δεν έχει μέτρο, γίνεται εχθρός της νήψης. Δεν είναι απλώς ότι κοιμόμαστε· είναι ότι δεν θέλουμε να ξυπνήσουμε. Ούτε στην προσευχή, ούτε στην ευθύνη, ούτε στη σχέση με τον Θεό. Η ψυχή συνηθίζει στη χαλάρωση και φοβάται την εγρήγορση. Και τότε ο ύπνος γίνεται «τύραννος», όχι γιατί ξεκουράζει το σώμα, αλλά γιατί κρατά την ψυχή σε πνευματική υπνηλία και την εμποδίζει να σηκωθεί προς τον Θεό.
11Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Τι ρόλο παίζει η προσωπική επιλογή και η ελευθερία στη διαχείριση των αναγκών μας;
Στην πνευματική ζωή τίποτε δεν έχει αξία χωρίς την προσωπική επιλογή. Ο Θεός δεν θέλει ανθρώπους που κάνουν το καλό από καταναγκασμό, αλλά από ελεύθερη απόφαση. Το ίδιο ισχύει και για τις ανάγκες. Δεν αρκεί να περιορίσω τον ύπνο, το φαγητό ή την άνεσή μου εξωτερικά· σημασία έχει αν το κάνω συνειδητά, με διάκριση και με εσωτερική συγκατάθεση. Εκεί αποκαλύπτεται αν η στέρηση είναι καρπός ελευθερίας ή απλώς μια επιβαλλόμενη ταλαιπωρία.
Η ελευθερία όμως δεν σημαίνει «κάνω ό,τι θέλω», αλλά «αποφασίζω υπεύθυνα». Ο άνθρωπος καλείται να δοκιμάζει, να βλέπει τι αντέχει, τι τον ωφελεί και τι τον τραυματίζει πνευματικά, όχι αυθαίρετα αλλά με ταπείνωση και επίγνωση και με τη συμβουλή του πνευματικού. Όταν κάποιος αποφασίζει μόνος του, χωρίς διάκριση, κινδυνεύει είτε να κακοποιήσει το σώμα του είτε να δικαιολογήσει την άνεσή του. Γι’ αυτό η αληθινή ελευθερία συνδέεται πάντα με τη γνώση του εαυτού και με τον φωτισμό του Θεού.
Όταν ο άνθρωπος μάθει να επιλέγει συνειδητά, τότε οι ανάγκες παύουν να τον εξουσιάζουν. Δεν καταργούνται, αλλά μπαίνουν στη σωστή τους θέση. Ο ύπνος, το φαγητό και τα σκεπάσματα γίνονται μέσα για να ζήσει, όχι κέντρα της ζωής του. Και τότε η ελευθερία του ανθρώπου ωριμάζει: δεν είναι πια ελευθερία άνεσης, αλλά ελευθερία αγάπης και προσφοράς. Ο άνθρωπος μπορεί να στερηθεί χωρίς να διαλυθεί, γιατί έχει μάθει να επιλέγει τον Θεό πάνω από τις ανάγκες του
12Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Γιατί η πνευματική ζωή δεν επιβάλλει τον ίδιο κανόνα σε όλους, αλλά ζητά προσωπική ευθύνη;
Η πνευματική ζωή δεν είναι ένα ενιαίο καλούπι. Οι άνθρωποι διαφέρουν: άλλος έχει περισσότερη αντοχή, άλλος λιγότερη· άλλος έχει διαφορετική υγεία, ηλικία, ψυχικές και σωματικές δυνάμεις. Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν επιβάλλει έναν άκαμπτο κανόνα σε όλους. Δεν ζητά να ζούμε όλοι με τον ίδιο τρόπο, αλλά να ζούμε όλοι με αλήθεια. Το μέτρο δεν είναι η εξωτερική ομοιομορφία, αλλά η εσωτερική ειλικρίνεια.
Αυτή η ελευθερία όμως δεν σημαίνει ασυδοσία. Δεν σημαίνει ότι ο καθένας δικαιολογεί τις αδυναμίες του και τις βαφτίζει «μέτρο». Γι’ αυτό η πνευματική ζωή ζητά προσωπική ευθύνη. Ο άνθρωπος καλείται να γνωρίσει τον εαυτό του, να δοκιμάσει, να διακρίνει και να αναλάβει τις επιλογές του. Να μην κρύβεται πίσω από κανόνες, αλλά ούτε και πίσω από δικαιολογίες. Εκεί ακριβώς φαίνεται η ωριμότητα: στο να ζει κανείς με επίγνωση και όχι με πρόφαση.
Όταν υπάρχει προσωπική ευθύνη, τότε η πνευματική ζωή γίνεται αληθινή και καρποφόρα. Ο άνθρωπος δεν συγκρίνεται με τους άλλους, ούτε μετρά τον εαυτό του με εξωτερικά κριτήρια. Στέκεται μόνος του μπροστά στον Θεό και αναλαμβάνει τη ζωή του. Και τότε ακόμη και η στέρηση, ακόμη και η άνεση, ακόμη και η αδυναμία, μπορούν να γίνουν δρόμοι σωτηρίας, γιατί περνούν μέσα από την ελευθερία και την αλήθεια.
13Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Πώς συνδέεται η ανάγκη για περισσότερη άνεση με τον φόβο και την ανασφάλεια;
Πολλές φορές νομίζουμε ότι ζητάμε περισσότερη άνεση επειδή «το χρειαζόμαστε». Στην πραγματικότητα όμως, πίσω από αυτή την ανάγκη κρύβεται συχνά ο φόβος. Φόβος μήπως κουραστούμε, μήπως πονέσουμε, μήπως δεν αντέξουμε. Η άνεση λειτουργεί σαν προστατευτικό περίβλημα, σαν ένας τρόπος να κρατάμε τη ζωή υπό έλεγχο. Όσο πιο άνετα είμαστε, τόσο λιγότερο εκτεθειμένοι νιώθουμε. Κι έτσι η άνεση γίνεται τρόπος να κρύβουμε την ανασφάλειά μας.
Όταν όμως ο άνθρωπος αρχίζει να φοβάται τη στέρηση, δείχνει ότι δεν εμπιστεύεται βαθιά. Δεν εμπιστεύεται ούτε τον εαυτό του ούτε τον Θεό. Νιώθει ότι αν χαθεί η άνεση, θα χαθεί και ο ίδιος. Γι’ αυτό και αγωνιά να έχει πάντα κάτι παραπάνω: λίγο περισσότερο ύπνο, λίγο καλύτερο φαγητό, λίγο μεγαλύτερη ζεστασιά. Δεν επιδιώκει απλώς την ξεκούραση, αλλά μια ψεύτικη βεβαιότητα ότι «όλα θα πάνε καλά» επειδή το σώμα είναι προστατευμένο.
Η πνευματική ζωή, όμως, μας καλεί σε κάτι άλλο: να μάθουμε να ζούμε χωρίς αυτή τη διαρκή θωράκιση. Όχι απερίσκεπτα, αλλά με εμπιστοσύνη. Η μικρή στέρηση αποκαλύπτει τον φόβο μας, αλλά ταυτόχρονα μας δίνει την ευκαιρία να τον θεραπεύσουμε. Όταν ο άνθρωπος τολμά να ζήσει με λιγότερη άνεση, αρχίζει σιγά-σιγά να ακουμπά όχι στο σώμα του, αλλά στον Θεό. Και τότε η ανασφάλεια μεταμορφώνεται σε εμπιστοσύνη και η άνεση παύει να είναι ανάγκη επιβίωσης.
14Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Τι σημαίνει να «υπηρετώ τις ανάγκες μου» αντί να υπηρετώ τον Θεό;
Όταν ο άνθρωπος αρχίζει να υπηρετεί τις ανάγκες του, η ζωή του οργανώνεται γύρω από την ικανοποίησή τους. Το πρόγραμμα, οι αποφάσεις, ακόμη και οι σχέσεις του ρυθμίζονται με βάση το τι τον κουράζει λιγότερο και τι τον ανακουφίζει περισσότερο. Δεν ρωτά πια τι έχει νόημα ή τι τον οδηγεί προς τον Θεό, αλλά τι τον εξυπηρετεί άμεσα. Έτσι, χωρίς να το καταλάβει, οι ανάγκες γίνονται κέντρο ζωής και ο Θεός μεταφέρεται στο περιθώριο.
Σε αυτή την κατάσταση, η πνευματική ζωή αποκτά δευτερεύουσα σημασία. Η προσευχή αναβάλλεται «για αργότερα», ο κόπος αποφεύγεται, η θυσία θεωρείται υπερβολή. Ο άνθρωπος δεν λέει συνειδητά ότι δεν θέλει τον Θεό· απλώς δεν Του αφήνει χώρο. Όταν υπηρετούμε τις ανάγκες μας, ζούμε διαρκώς σε κατάσταση αυτοφροντίδας, και η καρδιά κλείνει σιγά-σιγά για τον Θεό και τους άλλους.
Αντίθετα, όταν ο άνθρωπος επιλέγει να υπηρετεί τον Θεό, οι ανάγκες βρίσκουν την πραγματική σημασία τους. Υπηρετούν τον άνθρωπο και δεν τον εξουσιάζουν. Ο ύπνος, το φαγητό και η άνεση γίνονται μέσα για να συνεχίσει τον αγώνα του, όχι σκοπός. Και τότε αλλάζει και η ποιότητα της ζωής: ο άνθρωπος δεν ζει πια για τον εαυτό του, αλλά για να προσφέρει. Και αυτή η μετατόπιση είναι βαθιά απελευθερωτική.
15Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Πώς η μικρή καθημερινή στέρηση μπορεί να γίνει θυσία και όχι καταπίεση;
Η στέρηση γίνεται καταπίεση όταν επιβάλλεται απ’ έξω ή όταν γίνεται χωρίς νόημα. Όταν ο άνθρωπος στερείται απλώς επειδή «πρέπει» ή επειδή φοβάται, τότε η ψυχή του αντιδρά, σκληραίνει και κουράζεται. Η θυσία όμως ξεκινά από μέσα μας. Γίνεται όταν ο άνθρωπος επιλέγει συνειδητά να στερηθεί κάτι μικρό, όχι για να τιμωρήσει το σώμα του, αλλά για να ελευθερώσει την καρδιά του από την εξάρτηση.
Η μικρή καθημερινή στέρηση έχει μεγάλη δύναμη γιατί είναι ρεαλιστική και συνεχής. Δεν ζητά ηρωισμούς, αλλά προσοχή και εγρήγορση. Να μην προσθέσω άλλη άνεση χωρίς λόγο, να αντέξω λίγο την κούραση, να μην διώξω αμέσως κάτι που με ενοχλεί. Όταν γίνεται με διάκριση, αυτή η στέρηση δεν πληγώνει, αλλά εκπαιδεύει. Μαθαίνει στον άνθρωπο ότι μπορεί να αντέξει περισσότερα απ’ όσα νομίζει και ότι η ζωή δεν καταρρέει χωρίς απόλυτη άνεση.
Όταν η στέρηση προσφέρεται στον Θεό, γίνεται θυσία. Παύει να είναι απώλεια και γίνεται σχέση. Ο άνθρωπος λέει σιωπηλά: «Κύριε, Σου δίνω αυτό το μικρό, όχι γιατί δεν το χρειάζομαι, αλλά γιατί Σε εμπιστεύομαι». Και τότε η στέρηση γεμίζει νόημα, ειρήνη και εσωτερική ελευθερία. Δεν στενεύει τη ζωή· την ανοίγει.
16Η ΕΡΩΤΗΣΗ:
Τελικά, ποια στάση ζωής προτείνει η Εκκλησία απέναντι στις βασικές μας ανάγκες;
Η Εκκλησία δεν προτείνει την περιφρόνηση των αναγκών ούτε μια σκληρή, απάνθρωπη άσκηση. Αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος είναι σώμα και ψυχή και ότι χρειάζεται φροντίδα. Αυτό που προτείνει είναι μέτρο, λιτότητα και αλήθεια. Οι ανάγκες να υπάρχουν, αλλά να είναι απλές, ταπεινές και κοινές. Να μην τραβούν την προσοχή, να μην απαιτούν διαρκώς, να μην γίνονται κέντρο της ζωής. Όταν οι ανάγκες είναι λιτές, η καρδιά αναπνέει.
Η στάση αυτή καλλιεργεί εσωτερική ελευθερία. Ο άνθρωπος μαθαίνει να μην εξαρτάται από τις συνθήκες, να μη φοβάται τη στέρηση και να μη στηρίζει την ειρήνη του στην άνεση. Έτσι γίνεται πιο ευέλικτος, πιο πρόθυμος, πιο ανοιχτός στον Θεό και στους άλλους. Οι ανάγκες παύουν να τον τραβούν προς τα κάτω και αρχίζουν να υπηρετούν τη ζωή του χωρίς να τη δεσμεύουν.
Τελικά, η Εκκλησία καλεί τον άνθρωπο να ζει με ευχαριστία και προσφορά. Να τρώει, να κοιμάται και να σκεπάζεται όχι σαν να εξασφαλίζει τη σωτηρία του, αλλά σαν να δέχεται δώρα. Και μέσα σε αυτή την απλότητα, να βλέπει τα πάντα ως ευκαιρία σχέσης με τον Θεό. Όταν οι ανάγκες μπαίνουν στη θέση τους, η ζωή παύει να είναι αγώνας για άνεσηη και γίνεται πορεία ελευθερίας και εμπιστοσύνης.
17Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Πώς μπορούμε να διακρίνουμε αν κάτι που ζητάμε είναι πραγματική ανάγκη, μια απλή συνήθεια ή ένα κρυφό πάθος που μας υποδουλώνει;
Η διάκριση ανάμεσα στην ανάγκη και τη συνήθεια είναι το κλειδί για την πνευματική μας ελευθερία. Η αληθινή ανάγκη έχει όρια· το σώμα ζητά τόσο φαγητό ή ύπνο όσο χρειάζεται για να λειτουργήσει και, μόλις το λάβει, αναπαύεται. Η συνήθεια όμως, και πολύ περισσότερο το πάθος, δεν έχουν σταματημό. Η συνήθεια είναι μια «ανάγκη» που τη δημιουργήσαμε εμείς οι ίδιοι με την επανάληψη και την κακομαθημένη μας διάθεση. Αναγνωρίζεται από την ταραχή: αν στερηθούμε μια πραγματική ανάγκη, το σώμα απλώς κουράζεται· αν στερηθούμε μια συνήθεια ή ένα πάθος, η ψυχή θυμώνει, μελαγχολεί και επαναστατεί.
Ο Γέροντας μας επισημαίνει ότι συχνά βαφτίζουμε «ανάγκη» τον φόβο μας μην κακοπεράσουμε. Όταν λέμε «δεν μπορώ χωρίς αυτό», στην πραγματικότητα ομολογούμε την εξάρτησή μας. Το πάθος ξεκινά εκεί που η ανάγκη γίνεται αυτοσκοπός και απόλαυση. Η ανάγκη υπηρετεί τη ζωή, ενώ το πάθος υπηρετεί τον εαυτό του. Για να τα ξεχωρίσουμε, χρειάζεται ειλικρίνεια και η διάθεση να πούμε «όχι» σε κάτι που θεωρούμε δεδομένο. Μόνο όταν σταθούμε απέναντι στις επιθυμίες μας με νηφαλιότητα, μπορούμε να καταλάβουμε αν είμαστε κύριοι του εαυτού μας ή αν έχουμε γίνει δούλοι των ανέσεων που οι ίδιοι κατασκευάσαμε.
18Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Πώς ο τρόπος που επιλέγουμε τα ρούχα ή τα σκεπάσματά μας αντανακλά την πνευματική μας κατάσταση;
Γιατί ο Γέροντας επιμένει στην ταπεινότητα της εξωτερικής μας εμφάνισης;
Η εξωτερική μας εμφάνιση δεν είναι ένα θέμα δευτερεύον, αλλά ένας καθρέφτης της καρδιάς μας. Ο Γέροντας μας θυμίζει ότι στα πιο απλά πράγματα, όπως τα σκεπάσματα και τα ρούχα μας, φανερώνεται η αγωγή μας, η αξιοπρέπειά μας ή η ραθυμία μας. Όταν αναζητούμε το εξεζητημένο, το ποικίλο ή αυτό που προκαλεί την προσοχή, ουσιαστικά προδίδουμε μια «αγερωχία καρδίας». Η επιθυμία μας να ξεχωρίζουμε, ακόμα και μέσα από τις ανέσεις του κρεβατιού μας ή την ποιότητα των ενδυμάτων μας, δείχνει ότι η ψυχή μας δεν έχει βρει ακόμα την ανάπαυση στην ταπεινότητα του Χριστού.
Η προτροπή για πράγματα «κοινά, ταπεινά και πενιχρά» δεν αποσκοπεί σε μια εξωτερική μιζέρια, αλλά σε μια εσωτερική αρχοντιά. Τα ρούχα μας πρέπει να είναι καθαρά και αξιοπρεπή, ειδικά όταν ζούμε μέσα στην κοινωνία, αλλά δεν πρέπει ποτέ να «δημιουργούν αίσθηση». Η αληθινή σεμνότητα είναι αυτή που κάνει τον άνθρωπο να περνά απαρατήρητος, ώστε να λάμπει μέσα του μόνο η Χάρη του Θεού. Όταν μάθουμε να αρκούμαστε στα απλά και τα φθηνά, τότε απελευθερώνουμε την ψυχή μας από το άγχος της επίδειξης και της σύγκρισης, ζώντας με μια εσωτερική ειρήνη που μιμείται την απάθεια των αγγέλων.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Αν κάτι θέλει να μας αφήσει αυτή η ομιλία, δεν είναι ένας κατάλογος κανόνων, αλλά ένα ερώτημα: ποιος τελικά κυβερνά τη ζωή μας; Οι ανάγκες μας ή ο Θεός; Δεν μας ζητείται να καταργήσουμε το σώμα μας, αλλά να το ελευθερώσουμε από την τυραννία της άνεσης. Να μάθουμε να τρώμε, να κοιμόμαστε και να σκεπαζόμαστε με μέτρο, διάκριση και ευχαριστία.
Η μικρή στέρηση, όταν γίνεται με ελευθερία και εμπιστοσύνη, δεν μικραίνει τον άνθρωπο· τον μεγαλώνει. Τον κάνει πιο ελεύθερο, πιο ζωντανό, πιο ανοιχτό στον Θεό. Και τότε οι ανάγκες παύουν να είναι αφεντικά και γίνονται απλά εργαλεία ζωής. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για την επόμενη, πιο λεπτή μορφή της ίδιας πλάνης: όχι πια μόνο τις βασικές ανάγκες του σώματος, αλλά την ανάγκη της άνεσης, της κατοχής και της ασφάλειας. Εκεί θα μας οδηγήσει η επόμενη ομιλία.
ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ Α΄
Γιατί οι μικρές ανέσεις μάς δένουν συχνά περισσότερο από τις μεγάλες απολαύσεις;
Οι μεγάλες απολαύσεις συνήθως φαίνονται καθαρά. Ξέρουμε ότι είναι υπερβολικές, ότι δεν μπορούμε να τις έχουμε συνέχεια και συχνά τις αντιμετωπίζουμε με κάποια επιφύλαξη. Οι μικρές ανέσεις όμως περνούν απαρατήρητες. Ένα παραπάνω σκέπασμα, λίγο περισσότερος ύπνος, κάτι «μικρό» στο φαγητό. Δεν μας ενοχλούν στη συνείδηση, γιατί φαίνονται λογικές και ακίνδυνες.
Ακριβώς όμως γι’ αυτό μας δένουν περισσότερο. Εισχωρούν αθόρυβα στην καθημερινότητα και γίνονται όρος κανονικότητας. Δεν τις θεωρούμε πολυτέλεια, αλλά δικαίωμα. Και όταν κάτι γίνεται δικαίωμα, δύσκολα το αποχωριζόμαστε. Έτσι οι μικρές ανέσεις, χωρίς θόρυβο και χωρίς ενοχή, μπορούν να μας κάνουν πιο εξαρτημένους από τις μεγάλες απολαύσεις, γιατί χτίζουν μέσα μας μια ζωή που δεν αντέχει πια την απλότητα.
ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ Β΄
Πώς ξεχωρίζουμε αν κάτι είναι πραγματική ανάγκη ή απλώς μια συνήθεια που βαφτίσαμε ανάγκη;
Το βασικό κριτήριο δεν είναι το σώμα, αλλά η καρδιά. Η πραγματική ανάγκη ικανοποιείται και σταματά. Η συνήθεια όμως ζητά επανάληψη. Αν κάτι το χρειάζομαι πραγματικά, μπορώ να το χρησιμοποιήσω με ευχαριστία και να το αφήσω όταν δεν υπάρχει. Αν όμως ανησυχώ στη σκέψη ότι θα μου λείψει, αν θυμώνω ή ταράζομαι όταν το στερηθώ, τότε μάλλον δεν πρόκειται για ανάγκη, αλλά για εξάρτηση.
Ένα ακόμη σημάδι είναι η ελευθερία. Η ανάγκη δεν αφαιρεί την ελευθερία· η συνήθεια την περιορίζει. Αν μπορώ να πω «σήμερα δεν χρειάζεται» χωρίς εσωτερική ένταση, τότε το πράγμα είναι στη σωστή του θέση. Αν όμως νιώθω ότι «δεν γίνεται αλλιώς», τότε κάτι έχει πάρει μεγαλύτερο χώρο απ’ όσο του αναλογεί. Αυτή η διάκριση δεν γίνεται με ενοχές, αλλά με προσεκτική παρατήρηση του εαυτού μας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου