2. Ο ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ
Όταν οι Πατέρες μιλούν για «αόρατο πόλεμο», δεν εννοούν απλώς μια γενική ψυχική δυσφορία ή ένα άγχος των ημερών. Μιλούν για μια πραγματική μάχη που γίνεται στο βάθος της ύπαρξης, εκεί όπου ο νους καλείται να σταθεί μέσα στην καρδιά και να θυμάται τον Θεό. Είναι πόλεμος κρυφός, γιατί από έξω όλα μπορεί να φαίνονται ήσυχα και «κανονικά», αλλά μέσα μας κρίνεται ο προσανατολισμός της ύπαρξής μας: αν ο άνθρωπος θα στραφεί προς τον Θεό ή θα παρασυρθεί σε μια ζωή χωρίς μνήμη Θεού.
Ο αόρατος πόλεμος εκδηλώνεται κυρίως ως αγώνας των λογισμών και της διάσπασης. Δεν είναι απλώς ότι περνούν πολλές σκέψεις από τον νου, αλλά ότι ο νους παύει να προσέχει, παύει να είναι νηφάλιος, και έτσι γίνεται εύκολη λεία για κάθε τι που τον τραβά μακριά από την προσευχή. Όταν ο νους φεύγει από την καρδιά, η καρδιά μένει αφύλακτη: μπαίνουν λογισμοί, βρίσκουν χώρο τα πάθη, χάνεται η ειρήνη και ο άνθρωπος βρίσκεται σε σύγχυση. Τότε δεν αισθανόμαστε την ενέργεια της Χάριτις του Θεού· όχι επειδή ο Θεός απομακρύνεται, αλλά επειδή εμείς με τον λάθος προσανατολισμό δε μπορούμε να Τον αισθανθούμε.
Ιδιαίτερα στις γιορτές, ο αόρατος πόλεμος οξύνεται. Δεν φταίει η γιορτή η ίδια, αλλά ο θόρυβος, οι πολλές επαφές, οι εικόνες, οι μέριμνες, που πολλαπλασιάζονται. Ο άνθρωπος θέλει να χαρεί, να αγαπήσει, να συμμετέχει, αλλά ταυτόχρονα ζει επιφανειακά, τρέχει από πράγμα σε πράγμα χωρίς να προλαβαίνει να τα επεξεργαστεί όλα αυτά. Έτσι, μέσα στο εορταστικό κλίμα, ο νους χάνει τον δρόμο του, φεύγει από το "σπίτι του" που είναι η καρδιά, και η εσωτερική ησυχία χάνεται πίσω από έναν διαρκή εσωτερικό θόρυβο.
Οι Πατέρες μιλούν για όλα αυτά όχι για να μας φοβίσουν, αλλά για να μας ξυπνήσουν. Δεν περιγράφουν τον πόλεμο για να μας γεμίσουν άγχος, αλλά για να μας δώσουν διάκριση και ελπίδα. Ο Θεός δεν λείπει από τον θόρυβο· εμείς είμαστε που λησμονούμε την παρουσία Του. Ο αόρατος πόλεμος γίνεται τότε πρόσκληση σε βαθύτερη ζωή: να μάθουμε να φυλάμε την καρδιά ανεξάρτητα από το τι γίνεται γύρω μας, να χαιρόμαστε χωρίς να διασκορπιζόμαστε, να συμμετέχουμε στις γιορτές χωρίς να χάνουμε την εσωτερική ειρήνη.
3. ΓΙΑΤΙ Η ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ ΕΙΝΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΗ
Η περίοδος των Χριστουγέννων, όσο κι αν εξωτερικά φαίνεται φωτεινή και χαρούμενη, είναι εσωτερικά φορτισμένη. Ο άνθρωπος καλείται να διαχειριστεί μέσα σε λίγες μέρες πολλά περισσότερα από όσα αντέχει ο νους και η καρδιά: περισσότερες υποχρεώσεις, περισσότερες συναντήσεις, περισσότερες εικόνες και ήχους, περισσότερες προσδοκίες – δικές του και των άλλων. Έτσι, ενώ θεωρητικά «είναι μέρες χαράς», στην πράξη η ψυχή συχνά αισθάνεται σαν να πιέζεται από παντού, σαν να κινδυνεύει να χάσει το εσωτερικό της κέντρο, την ησυχία και τη μνήμη του Θεού.
Μέσα σε αυτό το κλίμα γεννιέται μια αντίφαση: ο άνθρωπος προσπαθεί να χαρεί, αλλά ταυτόχρονα κουράζεται. Θέλει να αναπαυθεί, αλλά φορτώνεται με περισσότερες δραστηριότητες. Περιμένει να νιώσει πληρότητα, αλλά πολλές φορές βγαίνει από τις γιορτές άδειος, σαν να πέρασαν όλα «από πάνω του» χωρίς να τον αγγίξουν βαθιά. Η εξωτερική λάμψη μπορεί να κρύβει μια εσωτερική φθορά, όταν ο νους δεν προλαβαίνει να σταθεί, να ησυχάσει, να στραφεί προς τα μέσα. Η χαρά τότε μετατρέπεται σε εξάντληση και το πολύ φως έξω θαμπώνει ή και σβήνει το εσωτερικό φως.
Επιπλέον, οι γιορτές γίνονται και καθρέφτης της εσωτερικής μας κατάστασης. Φέρνουν στην επιφάνεια πληγές, απωθημένα, ανεκπλήρωτες σχέσεις, οικογενειακές εντάσεις. Εκεί που περιμένουμε να είναι όλα αρμονικά, αναδύονται μικρές ή μεγάλες συγκρούσεις. Η καρδιά, πιο ευάλωτη αυτές τις μέρες, αισθάνεται άλλοτε χαρά κι άλλοτε πίκρα, άλλοτε εγγύτητα κι άλλοτε μοναξιά. Όλα αυτά κάνουν την περίοδο πνευματικά απαιτητική: δεν δοκιμάζεται μόνο η αντοχή μας στις υποχρεώσεις, αλλά η ικανότητά μας να κρατήσουμε ζωντανή την εσωτερική σχέση με τον Χριστό μέσα σε συνθήκες πίεσης.
Γι’ αυτό οι γιορτές δεν είναι απλώς μια «ανάπαυλα» από την καθημερινότητα, αλλά ένας ιδιαίτερος καιρός άσκησης. Είναι χρόνος χαράς, αλλά και εγρήγορσης. Δεν χρειάζεται να φοβηθούμε τη γιορτή, ούτε να αρνηθούμε τη χαρά και την ανθρώπινη επικοινωνία. Χρειάζεται όμως να ξέρουμε ότι μέσα σε αυτή την εξωστρέφεια κρύβεται η πνευματική πρόκληση να μη χαθεί ο Θεός μέσα στην πολλή κίνηση. Εδώ ακριβώς η νήψη γίνεται θεμέλιο της εορτής: όχι για να περιορίσει τη χαρά, αλλά για να τη στερεώσει, ώστε να γίνει βαθιά, ειρηνική και αληθινή.
4. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΝΗΨΗ ΚΑΙ ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ
Η νήψη, στην πατερική παράδοση, δεν είναι κάποια τεχνική χαλάρωσης ούτε ένα ψυχολογικό σύστημα αυτοελέγχου. Είναι ένας τρόπος ζωής, μια εσωτερική στάση προσοχής, με την οποία ο άνθρωπος στρέφει τον νου στην καρδιά του. Είναι η τέχνη να βλέπεις τι γίνεται μέσα σου πριν αυτό σε παρασύρει. Γι’ αυτό οι Πατέρες την ονομάζουν «φύλαξη του νου»· μια εγρήγορση που βοηθά τον άνθρωπο να είναι ειρηνικός μέσα του και να τον κρατά σε σχέση με τον Θεό.
Στην ουσία, νήψη σημαίνει να παρατηρώ τον εσωτερικό μου κόσμο, να είμαι σε εγρήγορση. Να βλέπω τον λογισμό την ώρα που γεννιέται και να τον αναγνωρίζω: «Αυτό είναι φόβος… αυτό είναι υπερηφάνεια… αυτό είναι φαντασία… αυτό είναι σύγκριση… αυτό είναι κούραση». Όταν ο λογισμός αναγνωρίζεται, παύει να έχει την ίδια εξουσία πάνω μου. Δεν υποκύπτω σε αυτόν, δεν τον θεωρώ αυτόματα «δικό μου». Η νήψη δεν βάζει στόχο να εξαφανίσει όλους τους λογισμούς – αυτό δεν είναι ανθρώπινο – αλλά να μη παραδίδεται σ’ αυτούς. Ο λογισμός μοιάζει με επισκέπτη που χτυπά την πόρτα· η νήψη τον βλέπει, τον αναγνωρίζει, αλλά δεν του ανοίγει· δεν του παραδίδει την καρδιά.
Ταυτόχρονα, η νήψη δεν είναι μόνο παρατήρηση, αλλά και επιστροφή. Κάθε φορά που ο νους φεύγει και διασκορπίζεται, η καρδιά τον καλεί ήρεμα: «Έλα πάλι εδώ, μη φεύγεις». Αυτή η απλή, ταπεινή επιστροφή – χωρίς βία και χωρίς ενοχή – καθαρίζει σιγά σιγά την ψυχή από τη διασπορά. Όταν γίνεται καθημερινή συνήθεια, μέσα μας δημιουργείται ένας εσωτερικός χώρος σιωπής, μια μικρή «φάτνη» όπου μπορεί να γεννηθεί ο Χριστός. Έτσι, ο άνθρωπος αρχίζει να αποκτά σταθερό εσωτερικό κέντρο, έναν τόπο ησυχίας που δεν ταράζεται εύκολα από όσα συμβαίνουν γύρω του.
Μέσα σε αυτό το πνεύμα, η νήψη λειτουργεί στην πράξη με πολύ απλούς τρόπους: με μια μικρή παύση πριν μιλήσω, να σκεφτώ λίγο πριν αντιδράσω, με μια σύντομη επίκληση «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» μέσα στον θόρυβο της ημέρας. Δεν χρειάζεται πολλή ώρα· χρειάζεται προσοχή. Μπορεί να γίνει μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, σαν μια μικρή εσωτερική στροφή προς τον Θεό. Τότε ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει μέσα στον θόρυβο κρατώντας ήσυχη τη καρδιά του · να δέχεται χιλιάδες ερεθίσματα, αλλά να μην αφήνει όλα να μπαίνουν στην καρδιά του. Η νήψη γίνεται μια διακριτική ασπίδα που προστατεύει τον νου από την διασπορά που τον κουράζει και κρατά ζωντανή τη μνήμη της παρουσίας του Χριστού.
5. ΝΗΨΗ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ — ΠΡΑΚΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ
Η νήψη στην καθημερινότητα των γιορτών δεν είναι κάτι επιπλέον που πρέπει να προσθέσουμε σε ένα ήδη φορτωμένο πρόγραμμα, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος να ζούμε αυτά που ούτως ή άλλως θα ζήσουμε. Οι γιορτές μάς τραβούν προς τα έξω, αυξάνουν τον ρυθμό, μας βάζουν σε συνεχή κίνηση. Αυτή η κίνηση δεν είναι κακή· είναι απλώς η πραγματικότητα της ζωής. Εκεί όμως φαίνεται αν η καρδιά θα χαθεί ή θα σταθεί. Η νήψη γίνεται τότε το βλέμμα που κοιτάει προς τα μέσα, ενώ το σώμα κινείται προς τα έξω.
Στην πράξη, η νήψη αρχίζει με μια πολύ μικρή κίνηση: μια εσωτερική παύση. Ένα δευτερόλεπτο πριν μιλήσω, πριν μπω σε ένα σπίτι, πριν απαντήσω σε ένα μήνυμα, πριν καθίσω σε ένα οικογενειακό τραπέζι, πριν αντιδράσω σε μια κουβέντα. Σε αυτή τη μικρή παύση, η καρδιά στρέφεται διακριτικά στον Θεό: «Κύριε, βοήθησέ με!». Αυτή η μικρή επίκληση, που δεν φαίνεται σε κανέναν, μαλακώνει τον νου, τον επιστρέφει από τον μηχανικό τρόπο ζωής και τον ξυπνά. Δεν λύνει όλα τα προβλήματα, αλλά μας προφυλάσσει από το να ζούμε στον αυτόματο, χωρίς συναίσθηση του τι κάνουμε και τι λέμε.
Η νήψη εκφράζεται επίσης με μικρές, πολύ απλές κινήσεις μέσα στην ημέρα: ένα σύντομο «Κύριε ελέησον» την ώρα που περπατάμε στον δρόμο ή οδηγούμε, ένα «δόξα τω Θεώ» πριν και μετά το τραπέζι, λίγα λεπτά σιωπής στο δωμάτιο πριν βγούμε ή αφού επιστρέψουμε από μια συνάντηση. Δεν είναι μεγάλοι ασκητικοί άθλοι, αλλά μικρές «ανάσες» της ψυχής. Αν γίνουν συνήθεια, δημιουργούν σιγά σιγά μέσα μας έναν μόνιμο χώρο ηρεμίας, όπου ο νους επιστρέφει αυθόρμητα, ακόμη κι όταν έξω υπάρχει θόρυβος.
Μέσα από αυτή την καθημερινή άσκηση, η νήψη παύει να είναι θεωρία και γίνεται πρακτικός τρόπος ζωής. Δεν μας απομακρύνει από τους ανθρώπους, αλλά μας βοηθά να είμαστε πιο παρόντες κοντά τους, λιγότερο νευρικοί, πιο ήρεμοι, πιο προσεκτικοί στον λόγο και στη στάση μας. Μας μαθαίνει να χαμογελάμε από αγάπη και όχι από υποχρέωση, να αναπνέουμε πριν απαντήσουμε, να κρατάμε μια μικρή σιωπή μέσα στην πολυκοσμία. Αυτή η σιωπή δεν είναι κενό· είναι η παρουσία του Θεού στην καρδιά. Και τότε οι γιορτές δεν μας κατακλύζουν ούτε μας εξαντλούν, αλλά γίνονται σχολείο νήψεως, ευκαιρία να μάθουμε να ζούμε με Χριστό μέσα στο κέντρο της καθημερινής μας κίνησης.
6. Η ΕΟΡΤΗ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ — ΗΣΥΧΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΘΟΡΥΒΟ
Η εορτή, στην νηπτική παράδοση, δεν είναι απλώς μια ευχάριστη διακοπή από την καθημερινότητα, αλλά ευκαιρία βαθιάς θεραπείας του νου. Η μεγαλύτερη παρεξήγηση είναι ότι η πνευματική ζωή απαιτεί εξωτερική σιωπή και απομόνωση. Οι Πατέρες όμως μιλούν για κάτι πολύ ουσιαστικότερο: η ησυχία δεν είναι τόπος αλλά τρόπος. Δεν χρειάζεται να βρίσκομαι σε μοναστήρι για να βρω τον Θεό· μπορώ να Τον συναντήσω μέσα στην καρδιά μου, ακόμη και όταν γύρω μου επικρατεί θόρυβος, πολλή κίνηση, οικογενειακά τραπέζια και εορταστική "φασαρία".
Κλειδί σε αυτή τη θεραπεία είναι το πού κατοικεί ο νους. Αν ο νους ζει διαρκώς στις εικόνες, στις εντυπώσεις, στα εξωτερικά γεγονότα, τότε κουράζεται εύκολα, διαλύεται, χάνει τον προσανατολισμό του, ακόμη κι αν το περιβάλλον είναι σχετικά ήσυχο. Αν όμως μάθει να επιστρέφει στην καρδιά, τότε μπορεί να ησυχάζει «όπου κι αν βρίσκεται», όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Η περίοδος των γιορτών, με την ένταση και την εξωστρέφειά της, γίνεται έτσι καθρέφτης της εσωτερικής μας κατάστασης: φανερώνει πόσο διασκορπιζόμαστε, πόσο γρήγορα χάνουμε την εσωτερική μας ενότητα, πόσο επηρεαζόμαστε από κάθε τι γύρω μας. Αυτή η εμπειρία δεν είναι αποτυχία, αλλά αποκάλυψη της ανάγκης μας για έναν βαθύτερο τρόπο ζωής.
Μέσα σε αυτή την προοπτική, η «ησυχία μέσα στον θόρυβο» δεν σημαίνει αποχή από τη ζωή ή εσωστρέφεια. Σημαίνει να μη ταυτίζομαι με ό,τι συμβαίνει γύρω μου, να υπάρχει μέσα μου ένας μικρός, σταθερός εσωτερικός χώρος όπου η καρδιά θυμάται: «Ο Χριστός είναι εδώ». Δεν πρόκειται για συνεχή προσευχή με λόγια, αλλά για σταθερή στάση προσευχής, για μια ήσυχη επίγνωση της παρουσίας του Θεού. Οι Πατέρες μιλούν για μια «λεπτή ειρήνη», μια ειρήνη που δεν ακυρώνει τον θόρυβο, αλλά ζει βαθύτερα από αυτόν, σαν έναν εσωτερικό ρυθμό που συνοδεύει τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται. Αυτή η ειρήνη είναι ήδη θεραπεία του νου.
Η θεραπεία αυτή φαίνεται σε απλά, καθημερινά σημάδια: όταν δεν βιαζόμαστε να αντιδράσουμε, όταν αφήνουμε τον άλλον να ολοκληρώσει τον λόγο του, όταν ακούμε χωρίς να κρίνουμε και κατανοούμε χωρίς να φορτωνόμαστε τα πάντα. Όταν βλέπουμε χωρίς να παρασυρόμαστε, χαμογελάμε από αγάπη και όχι από κοινωνική υποχρέωση, αναπνέουμε μια στιγμή πριν ο λογισμός γίνει λόγος, νιώθουμε μια μικρή εσωτερική σιωπή μέσα στην πολυκοσμία. Αυτή η σιωπή είναι η παρουσία του Θεού, όχι φυγή από τους ανθρώπους, αλλά βαθύτερη αγάπη γι’ αυτούς. Τότε οι γιορτές, αντί να μας διαλύουν, γίνονται «εργαστήρια ησυχίας» και η χαρά τους παύει να είναι θόρυβος και γίνεται ειρήνη, με κέντρο τον Χριστό που γεννιέται μέσα στην καρδιά.
7. ΠΩΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΝΟΥ ΝΗΦΑΛΙΟ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΩΝ ΓΙΟΡΤΩΝ
Α. ΟΤΑΝ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΕ ΕΝΤΑΣΗ
Οι οικογενειακές εντάσεις στις ημέρες των εορτών είναι από τα πιο συνηθισμένα αλλά και πιο λεπτά πεδία του «αόρατου πολέμου». Συμβαίνουν μέσα σε χώρο οικείο, ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπούμε, κι ακριβώς γι’ αυτό πονάνε περισσότερο. Η εορτή δημιουργεί μέσα μας μια ισχυρή προσδοκία: «να είναι όλα όμορφα, να είμαστε όλοι καλά, να μη χαλάσει τίποτε». Όταν κάτι πάει στραβά – ένα σχόλιο, μια καθυστέρηση, μια αδικία, μια παλιά πληγή που ξυπνά – η απογοήτευση γίνεται ακόμη πιο έντονη και ο νους σπεύδει να βρει «ποιος φταίει».
Σε τέτοιες στιγμές, οι Πατέρες θα έλεγαν πως δεν αυξάνονται απλώς οι ώρες μαζί, αλλά οι αφορμές για λογισμούς. Μικρές κουβέντες, βλέμματα, παλιές ιστορίες, διαφορετικοί χαρακτήρες, η κούραση των ημερών· όλα γίνονται υλικό για εσωτερικό διάλογο: «πάλι τα ίδια», «ποτέ δεν με καταλαβαίνουν», «γιατί να μην το πει αλλιώς;». Όσο ο νους αφήνεται να γυρίζει γύρω από το «δίκιο» του, τόσο απομακρύνεται από την προσευχή και η καρδιά μένει αφύλακτη. Η ένταση τότε δεν είναι μόνο εξωτερική· γίνεται κυρίως εσωτερική, ένας διάλογος με τον λογισμό που κλείνει την καρδιά στον άλλον.
Εκεί μπαίνει σε εφαρμογή η νήψη ως πολύ πρακτική στάση: να βάλουμε μια μικρή εσωτερική παύση πριν αντιδράσουμε. Όταν κάτι μέσα μας σηκώνεται – θυμός, πίκρα, αδικία – ο πρώτος κανόνας είναι: να μη μιλήσουμε αμέσως. Δέκα δευτερόλεπτα είναι αρκετά για να πάρουμε μια ήσυχη ανάσα, να κάνουμε μέσα μας τον σταυρό μας και να πούμε: «Συγχώρησέ με, Χριστέ μου». Όχι για να «καταπιούμε» την αλήθεια μας, αλλά για να μη μιλήσει η πληγωμένη καρδιά χωρίς φρένο. Αυτή η μικρή παύση δίνει χώρο στη Χάρη να μπει ανάμεσα στον λογισμό και στον λόγο, ανάμεσα στο πληγωμένο αίσθημα και στην αντίδραση.
Η νήψη σε ένα τέτοιο τραπέζι εκφράζεται τελικά με πολύ απτά σημάδια: όταν επιλέγουμε να ακούσουμε χωρίς να απαντήσουμε αμέσως, όταν αφήνουμε κάποια σχόλια να περάσουν χωρίς να αντιδράσουμε, όταν θυμόμαστε ότι ο καθένας κουβαλά τη δική του κούραση και τη δική του ανάγκη για αγάπη. Η πιο λεπτή μορφή νήψεως είναι η ευσπλαχνία: να βλέπουμε τον άλλον όχι όπως φαίνεται εκείνη τη στιγμή, αλλά όπως τον βλέπει ο Θεός. Μπορεί οι άλλοι να μη αλλάξουν, μπορεί η ατμόσφαιρα να μη γίνει ιδανική· αλλά η καρδιά μας μπορεί να πλατυνθεί λίγο περισσότερο, να γίνει πιο ανεκτική, πιο ικανή να χωρέσει τον Χριστό και τους αδελφούς μαζί. Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να μας χαρίσει ένα οικογενειακό τραπέζι με ένταση.
Β. ΟΤΑΝ ΝΙΩΘΕΙΣ ΟΤΙ “ΠΝΙΓΕΣΑΙ” ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
Όταν νιώθεις ότι «πνίγεσαι» από τις υποχρεώσεις των ημερών, το πρώτο που χρειάζεται να θυμάσαι είναι πως δεν είσαι ο μόνος ούτε φταις απλώς επειδή κουράστηκες. Οι γιορτές πράγματι φέρνουν πολλές ανάγκες: πράγματα να ετοιμαστούν, ανθρώπους να φροντίσεις, λεπτομέρειες που πρέπει να σκεφτείς. Πίσω όμως από αυτό το φορτίο κρύβεται ένας πιο βαθύς πειρασμός, που οι Πατέρες ονομάζουν πολυμέριμνα: μια κατάσταση όπου ο νους διασπάται σε πολλά, δεν βρίσκει κέντρο, δεν μπορεί να σταθεί πουθενά. Τότε δεν χάνεται μόνο η σωματική δύναμη, αλλά κυρίως η εσωτερική ειρήνη· ο άνθρωπος ξεχνάει τον Θεό, η καρδιά σφίγγεται, και ο άνθρωπος μένει χωρίς προσευχή.
Αυτό που πονά περισσότερο είναι ότι όλο αυτό μοιάζει «δίκαιο». Λες μέσα σου: «Έχω ευθύνες, πρέπει να τα προλάβω όλα, είναι γιορτές». Τα «πρέπει» όμως δεν είναι πάντοτε ευλογία. Δεν είναι όλες οι υποχρεώσεις καρπός αγάπης· μερικές φορές κρύβουν την ανάγκη μας να ελέγξουμε τα πάντα, να φαινόμαστε επαρκείς, να μη φανεί η αδυναμία μας. Έτσι, μέσα στη γιορτή γεννιέται η τελειομανία: τα θέλουμε όλα τέλεια, τακτοποιημένα, να μη λείψει τίποτα. Και τελικά λείπει το σπουδαιότερο: η ειρήνη. Ο άνθρωπος που κρατά όλα τα νήματα στα χέρια του κουράζεται όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στην καρδιά· μπαίνει γογγυσμός, σκληρότητα, απότομος λόγος, κρίση. Δεν θέλει να φέρει ένταση, αλλά γίνεται ο ίδιος πηγή έντασης, γιατί το μέσα του έχει στενέψει.
Η νηπτική στάση μέσα σε αυτή την πίεση είναι να αλλάξει το κριτήριο. Σημασία δεν έχει να γίνουν όλα «τέλεια», αλλά να μη χαθεί η ειρήνη της καρδιάς. Δεν χαλάει η γιορτή επειδή έλειψε ένα φαγητό από το τραπέζι· χαλάει όταν λείπει η εσωτερική ησυχία, όταν σκληραίνει η καρδιά και δεν μπορεί να αγαπήσει. Η ταπείνωση λέει: «Θα κάνω ό,τι μπορώ, με ειρήνη». Δεν σε πνίγει η ατέλεια, δεν σε καταβάλει η καθυστέρηση, δεν σε διαλύει η ενοχή αν κάτι δεν πρόλαβες. Αντί να κατηγορήσεις τον εαυτό σου ή τους άλλους, λες απλά «δόξα τω Θεώ» και ξαναρχίζεις. Η πνευματική ζωή δεν είναι αλυσίδα επιτυχιών, αλλά συνεχής κύκλος επιστροφής: πέφτεις και ξανασηκώνεσαι, φεύγεις και ξαναγυρνάς.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει να επιτρέπεις στον εαυτό σου μικρές «ανάσες» μέσα στη μέρα, όχι μόνο για ξεκούραση, αλλά για να θυμηθείς τον Θεό. Δυο λεπτά σιωπής μπροστά σε μια εικόνα, λίγοι στίχοι από το Ευαγγέλιο ή έναν ψαλμό, λίγοι κόμποι ευχής — κάτι μικρό που δεν τρέφει μόνο το μυαλό, αλλά κυρίως την καρδιά. Αυτός ο χρόνος είναι το οξυγόνο της ψυχής: χωρίς αυτόν, και οι καλές υποχρεώσεις γίνονται ασφυκτικές· με αυτόν, οι ίδιες δουλειές συνεχίζονται αλλά χωρίς ταραχή, με παρουσία και Χάρη. Τελικά δεν έχει σημασία να τα κάνεις όλα τέλεια· σημασία έχει να μη χαθεί ο Χριστός μέσα στο τρέξιμο, να μη σβήσει το φως της καρδιάς από τον θόρυβο της ημέρας. Κι αν στο τέλος της μέρας είσαι κουρασμένος, να είσαι κουρασμένος με ειρήνη, γιατί μέσα σου αναπαύεται Εκείνος.
Γ. ΟΤΑΝ ΣΥΝΑΝΤΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΠΟΥ ΣΕ ΚΟΥΡΑΖΟΥΝ
Όταν συναντάς ανθρώπους που σε κουράζουν, ο πόλεμος δεν φαίνεται τόσο στα λόγια όσο μέσα σου, στον νου και στην καρδιά. Ξεκινά συνήθως από έναν πολύ απλό λογισμό: «είναι βάρος», «είναι πρόβλημα», «μου χαλάει τη γιορτή». Αν αυτός ο λογισμός γίνει δεκτός, αρχίζει σιγά σιγά να σβήνει η αγάπη· η καρδιά κλείνει, ο άλλος παύει να είναι πρόσωπο και γίνεται «ενόχληση», και μαζί με την αγάπη χάνεται και η αίσθηση της παρουσίας του Θεού. Οι Πατέρες τονίζουν ότι ο εχθρός δεν ξεκινά πρώτα από τις πράξεις, αλλά από τον λογισμό· η τέχνη του είναι να διασπά την αγάπη, να βάλει απόσταση στην καρδιά, ακόμη κι αν εξωτερικά κρατάμε τους τύπους.
Η νηπτική στάση αρχίζει από το να καταλάβεις πως ο πόλεμος ξεκινά πριν ανοίξεις το στόμα σου. Δεν αρχίζει όταν ο άλλος μιλήσει, αλλά όταν εσύ δεχθείς τον πρώτο λογισμό χωρίς διάκριση. Γι’ αυτό ο πρώτος κανόνας είναι να μη βιαστείς να εμπιστευθείς τη σκέψη σου. Τη στιγμή που ανεβαίνει μέσα σου ο εκνευρισμός ή η απόρριψη, κάνε μια μικρή εσωτερική στροφή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Αυτή η επίκληση δεν είναι απλώς «τεχνική ηρεμίας», αλλά επιστροφή του νου στην καρδιά· σου θυμίζει ότι σκοπός δεν είναι να «νικήσεις» τον άλλον, αλλά να μη χάσεις την ειρήνη του Χριστού.
Πολύ βοηθητικό είναι επίσης να προσέξεις τον τρόπο που μιλάς. Ο νήφων άνθρωπος κρατά τον λόγο του απλό και σύντομο. Δεν αισθάνεται υποχρεωμένος να απαντά σε όλα, να διορθώνει όλους, να έχει πάντα το τελευταίο επιχείρημα. Η ανάγκη να πείσω τον άλλον, να «του αποδείξω» ότι έχει άδικο, κρύβει συχνά φιλαυτία και τελικά αφαιρεί την ειρήνη από την καρδιά. Αν ο άλλος μιλά με ένταση, δεν είναι ανάγκη να καθρεφτίσεις την έντασή του· λίγες ήρεμες λέξεις, ή και μια διακριτική αλλαγή θέματος, μπορούν να σώσουν την καρδιά από μια άσκοπη σύγκρουση. Μαζί μ’ αυτό χρειάζεται προσοχή στην εσωτερική κατάκριση: ακόμη κι αν εξωτερικά σωπάσεις, μπορεί μέσα σου να τρέχει ένας δεύτερος διάλογος, γεμάτος κρίση και απαξίωση («πάλι τα ίδια λέει», «δεν αντέχεται»). Εκεί είναι που δηλητηριάζεται σιγά σιγά η καρδιά.
Η νήψη δεν σημαίνει ούτε να τα καταπίνεις όλα, ούτε να αφήνεις τον εαυτό σου εκτεθειμένο σε κάθε πίεση. Σημαίνει διάκριση και ειρηνικά όρια. Μπορείς να σταθείς με καθαρότητα και να πεις ήσυχα: «ως εδώ, τώρα δεν μπορώ να το συνεχίσω», «ας το αφήσουμε για μια άλλη στιγμή», χωρίς ειρωνεία, χωρίς σκληρότητα. Το όριο που μπαίνει με πραότητα μπορεί να ξεκουράσει και τον άλλον, γιατί έχει μέσα του αλήθεια χωρίς φορτίο. Και όταν τελειώσει η συνάντηση, έχει σημασία τι θα κάνεις με όσα έμειναν μέσα σου: αντί να αναμασάς ξανά και ξανά τους λογισμούς, πες ένα «Δόξα σοι ο Θεός», ζήτησε νοερά συγχώρηση αν σκληρύνει η καρδιά σου, και άφησε τον άλλον στα χέρια του Θεού. Τότε οι δύσκολοι άνθρωποι δεν γίνονται αιτία να χάσεις τη Χάρη της εορτής, αλλά τόπος άσκησης: χώρος όπου μαθαίνεις να αγαπάς χωρίς να κατακρίνεις και να κρατάς τον νου στην καρδιά, ακόμη κι όταν ο άλλος τραβά την προσοχή σου μακριά. Αυτή είναι, στο βάθος, η πιο αληθινή χαρά: όχι να είναι όλα εύκολα, αλλά να μένει η καρδιά ενωμένη με τον Χριστό μέσα και στις δυσκολίες.
Δ. ΟΤΑΝ ΝΙΩΘΕΙΣ ΜΟΝΑΞΙΑ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ
Όταν νιώθεις μοναξιά μέσα στη γιορτή, ο αόρατος πόλεμος έρχεται σιωπηλά και ύπουλα. Φαίνεται όλα γύρω σου να λάμπουν: φώτα, μουσικές, κόσμοι μαζί, οικογένειες, παρέες. Κι όμως, μέσα σου αισθάνεσαι σαν να είσαι στο περιθώριο: «είμαι μόνος», «δεν με σκέφτηκαν», «δεν ανήκω πουθενά». Αυτή η εμπειρία πονά, ακριβώς γιατί η γιορτή υπόσχεται το αντίθετο: ενότητα, ζεστασιά, συνάντηση. Και όταν αυτό δεν συμβαίνει, ο πόνος βαθαίνει.
Οι Πατέρες βλέπουν πιο βαθιά αυτή την κατάσταση: ο πραγματικός πειρασμός δεν είναι μόνο η λύπη, αλλά οι λογισμοί που πάνε να κλείσουν την καρδιά. Η αυτολύπηση, η απογοήτευση, η αίσθηση ότι «δεν υπάρχει ελπίδα», ότι «όλα είναι άδεια», δουλεύουν σιγά σιγά μέσα μας και θέλουν να σβήσουν όχι μόνο τη χαρά, αλλά και τη μνήμη του Θεού. Το κριτήριο όμως δεν είναι πόσοι σε περιβάλλουν, αλλά αν η καρδιά σου μένει ανοιχτή στον Χριστό. Το πρώτο βήμα, λοιπόν, είναι να θυμηθείς ότι η μοναξιά δεν είναι απόδειξη αποτυχίας ούτε πάντα καρπός αμαρτίας. Μπορεί να είναι πληγή, δοκιμασία, αλλά μπορεί να γίνει και τόπος συναντήσεως με τον Θεό.
Η γιορτή, στα μάτια της Εκκλησίας, δεν είναι προνόμιο των «πετυχημένων» και των εξωτερικά τακτοποιημένων. Είναι δώρο για τους ταπεινούς, για εκείνους που διψούν για φως, για τους πονεμένους που δεν κρύβουν τη γύμνωση της καρδιάς τους. Στο σπήλαιο της Βηθλεέμ δεν πήγαν οι «καθωσπρέπει», αλλά οι ποιμένες, οι απλοί, οι φτωχοί. Αυτό σημαίνει ότι και η δική σου μοναξιά μπορεί να γίνει δρόμος για να πλησιάσεις τον Χριστό πιο αληθινά. Η θεραπεία δεν είναι μόνο να βρεις «παρέα», αλλά να μπεις σε κοινωνία: πρώτα με τον Θεό και, μέσα από Εκείνον, με τους ανθρώπους. Όταν σταθείς έτσι ενώπιον του Χριστού, αρχίζει μέσα σου να γεννιέται μια άλλη παρουσία, ήσυχη αλλά βαθιά, που δεν γεμίζει απλώς την ώρα, αλλά ανοίγει την καρδιά.
Πρακτικά, αυτή η στάση εκφράζεται με μικρές, απλές εκκλησιαστικές κινήσεις: να πας σε μια ακολουθία, να ανάψεις ένα κερί, να πεις την ευχή, να διαβάσεις λίγο από το Ευαγγέλιο της Γεννήσεως, να κάνεις μια μικρή προσευχή για όσους αγαπάς – ακόμη κι αν εκείνη τη στιγμή λείπουν από δίπλα σου. Δεν είναι «κόλπα» για να ξεχάσεις την μοναξιά, αλλά πράξεις πίστης που ανοίγουν χώρο στη Χάρη. Και πάνω απ’ όλα, να θυμάσαι πως ο Χριστός γεννήθηκε σε σπήλαιο, μέσα στη σιωπή και την έλλειψη, όχι σε σπίτι γεμάτο θόρυβο και ανθρώπινη ζεστασιά. Αυτό σημαίνει ότι δεν φοβάται την ερημιά σου· μπορεί να την μετατρέψει σε τόπο παρουσίας Του. Τότε, ακόμη κι αν γύρω σου η γιορτή συνεχίζεται χωρίς εσένα, κάτι πιο βαθύ μπορεί να γεννηθεί μέσα σου: μια κρυμμένη Βηθλεέμ, όπου ο Θεός παρηγορεί σιωπηλά και η μοναξιά γίνεται δρόμος για να πεις με την καρδιά: «Εσύ, Κύριε, είσαι η χαρά μου».
Ε. OΤΑΝ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΑΠΑΙΤΗΤΙΚΗ ΜΕΡΑ
Όταν επιστρέφεις στο σπίτι μετά από μια απαιτητική μέρα, ειδικά μέσα στις ημέρες των εορτών, δεν φέρνεις μόνο σωματική κούραση· κουβαλάς μαζί σου και όλο τον θόρυβο της ημέρας: πρόσωπα, λόγια, εντάσεις, άγχη, λογισμούς. Εκείνη την ώρα ο αόρατος πόλεμος γίνεται πολύ συγκεκριμένος: θα συνεχίσει ο νους να δουλεύει όπως έξω ή θα του δώσεις χώρο να επιστρέψει στην καρδιά; Θα γίνει το σπίτι τόπος εκτόνωσης, όπου ξεσπάς ό,τι μάζεψες, ή – όσο γίνεται – μικρή «εκκλησία», χώρος ειρήνης και παρουσίας του Θεού; Η νηπτική παράδοση προτείνει κάτι πολύ απλό: η νήψη αρχίζει από το κατώφλι. Πριν μπεις, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, στάσου εσωτερικά και πες: «Κύριε, Σε ευχαριστώ που έφτασα· φύλαξε το σπίτι μου και την καρδιά μου». Είναι σαν να αφήνεις μέρος του φορτίου έξω από την πόρτα και να μπαίνεις όχι μόνο ως κουρασμένος, αλλά ως άνθρωπος που ζητά Χάρη.
Μέσα στο σπίτι, η νήψη συνεχίζεται με μικρές, πολύ απλές κινήσεις που «μαζεύουν» τον σκορπισμένο νου. Όλη μέρα έχεις διασπαστεί σε μέριμνες, πρόσωπα, γεγονότα· αν συνεχίσεις στον ίδιο ρυθμό, η καρδιά δεν θα ξεκουραστεί ποτέ. Γι’ αυτό βοηθά να υπάρχει μια σύντομη σιωπή, λίγες στιγμές ηρεμίας πριν βυθιστείς ξανά σε οθόνες, δουλειές, κουβέντες. Ένα κεράκι που ανάβεις, ένας σταυρός μπροστά σε μια εικόνα, ένα «δόξα τω Θεώ» ειπωμένο ήσυχα, ένα–δυο λεπτά καθιστός χωρίς κινητό, με έναν μικρό ψαλμό ή την ευχή, γίνονται τρόπος να επιστρέψει ο νους στην καρδιά. Δεν είναι μεγάλα πνευματικά κατορθώματα· είναι οι πρώτες κινήσεις που αλλάζουν τον «αέρα» του σπιτιού και βοηθούν την ψυχή να πάρει ανάσα.
Ένα κρίσιμο σημείο είναι πώς επιστρέφεις στους ανθρώπους σου. Όταν κουβαλάς κούραση, άγχος ή ένταση, ο πειρασμός είναι να ξεσπάσεις σε εκείνους που αγαπάς: να γίνεις απότομος και απαιτητικός. Η νηπτική καρδιά όμως θυμάται ότι και οι άλλοι πέρασαν τη δική τους μέρα, με τον δικό τους κόπο. Γι’ αυτό πριν ανοίξεις το στόμα σου, χρειάζεται μια μικρή εσωτερική παύση: «Κύριε, φύλαξέ με». Και να αφήσεις ο πρώτος σου λόγος να είναι λόγος ειρήνης, όχι παραπόνων και γκρίνιας. Ένα απλό «πώς είστε;», ειπωμένο με αληθινό ενδιαφέρον, ένα μικρό «ευχαριστώ», μια αγκαλιά, μπορούν να αλλάξουν όλο το κλίμα. Το σπίτι δεν έχει ανάγκη από τέλεια οργάνωση όσο από μια καρδιά που ξέρει να επιστρέφει με ευλογία.
Κάθε επιστροφή στο σπίτι μπορεί να γίνει και επιστροφή στον βαθύτερο εαυτό σου, στην καρδιά. Όπως κλείνεις την πόρτα για να σταματήσει ο θόρυβος του δρόμου, έτσι και η προσευχή είναι ένα «κλείσιμο» της καρδιάς στους λογισμούς που τη βομβαρδίζουν. Όπως φροντίζεις λίγο το σπίτι πριν κοιμηθείς, έτσι και λίγα λεπτά προσευχής βοηθούν την ψυχή να βρει τάξη και ησυχία. Τότε οι μέρες των εορτών, όσο φορτωμένες κι αν είναι, γίνονται ευκαιρία μαθητείας: μαθαίνεις ξανά και ξανά να γυρίζεις από τον θόρυβο στο ταπεινό σπήλαιο της καρδιάς, εκεί όπου σε περιμένει ο Χριστός.
8. ΠΩΣ Η ΝΗΨΗ ΜΑΣ ΦΥΛΑΣΣΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
Πολλοί άνθρωποι, μόλις τελειώσουν οι γιορτές, νιώθουν ένα κενό. Ενώ προηγουμένως υπήρχε φως, κίνηση, μουσική, πρόσωπα, ξαφνικά όλα ησυχάζουν και η καθημερινότητα επιστρέφει απότομα. Οι υποχρεώσεις συνεχίζονται, η κούραση μένει, αλλά η «γιορτινή ατμόσφαιρα» έχει φύγει. Τότε εμφανίζεται ο λογισμός: «Πέρασαν όλα· και τι έμεινε;». Αυτό το βίωμα, αν μείνει αθεράπευτο, μπορεί να γίνει αρχή μιας μελαγχολίας: ο άνθρωπος αισθάνεται ότι απλώς «γέμισε το πρόγραμμα» χωρίς να γεμίσει η καρδιά του.
Η νήψη προστατεύει ακριβώς σε αυτό το σημείο, γιατί από την αρχή βοηθά τον άνθρωπο να μη γαντζώνεται από τις εξωτερικές συγκινήσεις. Όποιος έμαθε να ζει τις γιορτές με εσωτερική προσοχή δεν περιμένει να γεμίσει από τα φώτα, τις μουσικές, τις ευχές ή τις συναντήσεις. Η χαρά του δεν στηρίζεται στο κλίμα, αλλά στη μνήμη του Θεού. Μέσα στη νήψη ο νους μαθαίνει να μένει στην καρδιά, κι έτσι η ειρήνη δεν εξαρτάται από το αν είναι «γιορτή» ή «καθημερινή». Όταν αλλάζει το εξωτερικό σκηνικό, η εσωτερική πραγματικότητα μένει η ίδια: υπάρχει μέσα μία σχέση ζωντανή με τον Χριστό.
Όποιος συνήθισε, όλο αυτό το διάστημα, να επιστρέφει έστω λίγο στον Θεό μέσα στη μέρα – με λίγη σιωπή, λίγη ευχή, μια μικρή προσευχή – δεν «αδειάζει» όταν μαζευτούν τα στολίδια. Γιατί δεν επένδυσε στη λάμψη, αλλά στην παρουσία. Δεν περίμενε η γιορτή να του λύσει όλα τα υπαρξιακά κενά· την έζησε ως ευκαιρία να βαθύνει τη σχέση του με τον Θεό. Έτσι, όταν τελειώσουν οι εξωτερικές χαρές, δεν μένει μόνος, γιατί έμαθε να μη ταυτίζεται με το συναίσθημα της στιγμής, αλλά να στηρίζεται στην αλήθεια του Θεού. Η κατάθλιψη των ημερών δύσκολα ριζώνει σε μια καρδιά που έχει αυτή την άσκηση.
Τελικά, η νήψη αποδεικνύεται βαθιά θεραπευτική: δεν υπόσχεται ότι δεν θα υπάρξει καθόλου λύπη, αλλά ότι μέσα στο σκοτάδι θα υπάρχει πάντα φως. Κι αυτό το φως αρκεί για να αλλάξει τον τόνο της ζωής. Όποιος φεύγει από τις γιορτές με Χριστό μέσα του, δεν αισθάνεται ότι «κάτι τελείωσε», αλλά ότι κάτι άρχισε πιο βαθιά. Η γεννήτρια της χαράς δεν είναι πια τα ημερολόγια και οι μέρες, αλλά η καρδιά που έγινε τόπος παρουσίας του Θεού. Τότε το τέλος των γιορτών δεν φέρνει κατάθλιψη, αλλά μια ήσυχη συνέχεια: η εορτή μεταφέρεται μέσα στην καθημερινότητα ως μόνιμη μνήμη του Θεού και ειρήνη.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ — ΤΟ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΝΗΦΑΛΙΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Στο τέλος της ομιλίας γίνεται καθαρό ότι ο «αόρατος πόλεμος» των γιορτών δεν είναι κάτι για να το φοβόμαστε, αλλά ένας δρόμος που αποκαλύπτει τι συμβαίνει πραγματικά μέσα μας. Δεν μας ταλαιπωρούν μόνο οι πολλές δουλειές και οι υποχρεώσεις, αλλά κυρίως το ότι χάνουμε το κέντρο μας: ο νους σκορπίζεται, η καρδιά θολώνει, και μέσα στην εξωτερική λάμψη σβήνει το εσωτερικό φως. Η αληθινή κούραση είναι αυτή η εσωτερική διασπορά, η απώλεια της μνήμης του Θεού, που αφήνει τον άνθρωπο άδειο παρ’ όλη την εξωτερική κίνηση.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η νηπτική παράδοση δεν προτείνει φυγή από τη ζωή, αλλά ανάκτηση του εσωτερικού χώρου. Καλεί τον άνθρωπο να ξαναβρεί την ησυχία που δεν εξαρτάται από το περιβάλλον, να αφήσει τον νου να επιστρέψει στην καρδιά, ώστε αυτή να γίνει πάλι «σπήλαιο» που μπορεί να δεχθεί τη Γέννηση του Χριστού μέσα στον θόρυβο. Η νήψη παρουσιάζεται ως δρόμος ζωής για κάθε άνθρωπο που θέλει να μην αφήνει τα γεγονότα να διαλύουν την εσωτερική του ειρήνη.
Μέσα από αυτή την πορεία, οι γιορτές μεταμορφώνονται. Αντί να αφήνουν πίσω τους κενό, μπορούν να γίνουν σχολείο: να μας μάθουν να ζούμε πιο συνειδητά, πιο αληθινά, πιο ταπεινά· να μη βυθιζόμαστε στη διασπορά, αλλά να στεκόμαστε με προσοχή και ευγνωμοσύνη· να αγαπούμε βαθύτερα, χωρίς να χανόμαστε σε συναισθηματικές εξάρσεις ή συγκρούσεις. Εκείνος που έμαθε έστω λίγο αυτή την τέχνη δεν βγαίνει από τις γιορτές εξαντλημένος και καμένος, αλλά πιο ήρεμος, πιο ενωμένος μέσα του, με καρδιά που έχει πλατυνθεί για να χωρέσει περισσότερο τον Χριστό και τους ανθρώπους.
Το μεγαλύτερο δώρο των ημερών είναι μια καρδιά που δεν διαλύεται από όσα συμβαίνουν γύρω της· μια καρδιά που μπορεί να θυμάται τον Θεό μέσα στο πλήθος, να μένει ανοιχτή στη Χάρη μέσα στην καθημερινότητα, στη φασαρία, στις σχέσεις. Όποιος φεύγει από τις γιορτές με Χριστό μέσα του, δεν αισθάνεται ότι «κάτι τελείωσε», αλλά ότι κάτι βαθύτερο μόλις άρχισε. Η πηγή της χαράς δεν είναι πια οι μέρες του ημερολογίου, αλλά ο εσωτερικός τόπος όπου κατοικεί ο Κύριος. Αυτό είναι το δώρο της νηφάλιας καρδιάς – και αυτό είναι, τελικά, το αληθινό νόημα της εορτής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου